1ο ΛΥΚΕΙΟ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 1977-78

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Μα, γιατί δεν χαίρεστε;

kartΤα καθεστώτα στην προσπάθειά τους ν’ αντέξουν φτιάχνουν παραμύθια. Κατασκευάζουν «πραγματικότητες». Στήνουν γιορτές. Πάνω απ’ όλα όμως παίζουν με τις λέξεις. Πρέπει κάπως να παραπλανήσουν. Ακόμη καλύτερα, να υπνωτίσουν. Να ξεγελάσουν. Να κρύψουν την αλήθεια κάτω από το χαλί που υφαίνουν με λέξεις.
Αξιοποίηση!
«Τα λιμάνια δεν πωλούνται, αλλά αξιοποιούνται».
«Τα αεροδρόμια δεν πωλούνται, αλλά αξιοποιούνται».
«Οι δημόσιοι οργανισμοί δεν πωλούνται, αλλά αξιοποιούνται».
«Η χώρα δεν πωλείται, αλλά αξιοποιείται».
«Το υπερ – Ταμείο δεν είναι πωλητής, αλλά μάνατζερ αξιοποίησης».
Με την ίδια λογική, τα ανήλικα που έφερναν από την πρώην ανατολική Ευρώπη δεν τα πουλούσαν για σκλάβες του σεξ, αλλά τα αξιοποιούσαν. Τι να το κάνει το κορμί της μια 15χρονη ρωσιδούλα; Άντε να το μάθει να χορεύει, να χαίρεται τη θάλασσα, να νιώθει τον αέρα, να κάνει έρωτα, να γεννήσει, να αγαπηθεί. Τζάμπα θα πήγαινε. Μηδέν κέρδος.
Ενώ με την αξιοποίηση που της επεφύλασσαν τα κυκλώματα trafficking, το κορμί τής 15χρονης αποκτούσε αξία. Παρήγαγε κέρδος. Δινόταν η ευκαιρία σε εκατοντάδες γερασμένες χοντροκουράδες να το απολαύσουν. Το κορμί μετατρεπόταν σε μέσο παραγωγής. Όπως μια χώρα ολόκληρη μετατρέπεται σε ευκαιρία επενδυτών. Στο κορμί της. Ποιος γαμεί ιστορίες, αξιοπρέπειες, θέλω και δεν θέλω. Οι νταβατζήδες είναι επενδυτές. Οι νταβατζήδες δεν είναι νταβατζήδες, είναι μάνατζερ αξιοποίησης. Τα κορμιά και οι χώρες είναι προϊόντα. Πρέπει να παράγουν κέρδος, διαφορετικά είναι άχρηστα.
Τα καθεστώτα παραπλανούν. Εμφανίζουν τις καταστροφές ως επιτυχίες. Τα καθεστώτα αγοράζουν χρόνο παραμονής. Με ψέματα και κοροϊδία. Με λέξεις που κρύβουν την αλήθεια. Με πανηγυρισμούς για την εξαθλίωση.
«10,3 δισ. που θα ενισχύσουν ψυχολογικά την αγορά». Η αγορά δεν έχει κατάθλιψη• φτώχεια έχει. Και θα έχει μεγαλύτερη φτώχεια, καθώς χρεωθήκαμε άλλα 10,3 δισ. που θα πρέπει να ξεπληρώσουμε, όμως δεν θα τα δούμε αυτά τα 10,3 δισ. επειδή ήδη τα χρωστάμε. Όμως για να πάρουμε αυτά τα 10,3 δισ. υποχρεωθήκαμε να φτωχύνουμε κατά 5,4 δισ. από τα μέτρα που λήφθηκαν ως προϋπόθεση για να πάρουμε τα 10,3 δισ. Στη γλώσσα των καθεστώτων αυτό είναι επιτυχία, αξίζει πανηγυρισμούς και σημαίνει «τέλος της ύφεσης».
Ό,τι περισσέψει από αυτούς τους πανηγυρισμούς, καλύπτει τις βασικές ανάγκες της χώρας μέχρι τον Νοέμβριο του 2016. Το καθεστώς προσπαθεί να κρύψει το αναμφισβήτητο γεγονός ότι μετά το 2016 υπάρχει το 2017 και τότε θα πρέπει να πληρώσουμε 3 δισ. στον E.S.M., 1,4 δισ. στην ΕΚΤ και 2,1 δισ. σε ιδιώτες επενδυτές. Τι θα γίνει τότε; Τα γνωστά. Θα πρέπει να κοιμόμαστε με τα πόδια ανοιχτά για να μπορούμε και στον ύπνο μας να εξυπηρετούμε ακόμη περισσότερους πελάτες που θα αφήνουν κέρδη στους μάνατζερ της αξιοποίησής μας.
Αυτό το πράγμα, στη γλώσσα των καθεστώτων λέγεται ανάπτυξη. Δεν σημαίνει τίποτε απολύτως αν εμείς βιώνουμε ύφεση και φτώχεια και λουκέτα και απολύσεις και αυτοκτονίες – ναι, ακόμη συνεχίζονται όμως ως διά μαγείας κανείς δεν τις μετράει πια. Η ανάπτυξη έρχεται μόνο για το καθεστώς, τους πελάτες, τους μάνατζερ αξιοποίησης και τους συνδαιτυμόνες τους.
Εμείς, μπορούμε να ζήσουμε με κάτι ψίχουλα υποσχέσεων που μας πετάνε από το τραπέζι και, κυρίως, με τη διαβεβαίωση των αρχόντων ότι μόλις ολοκληρώσουμε το στόχο των 10 δισεκατομμυρίων πελατών ανά νύχτα επί 99 χρόνια θα μας αφήσουν να βγούμε από την υπόγα.
ΠΗΓΗ ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Aκρισία, η εθνική μας νόσος

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Είναι πολλά τα συμπτώματα στον συλλογικό ελλαδικό μας βίο που συνηγορούν στη διαπίστωση ότι η ακρισία έχει εξελιχθεί σε εθνική μας νόσο. Mοιάζουμε ανίκανοι οι πολίτες στη σημερινή Eλλάδα να κρίνουμε (διακρίνουμε - συγκρίνουμε) ποιότητες, να ξεχωρίσουμε (σταθμίσουμε) τι μας συμφέρει και τι μας βλάπτει, να διαβαθμίσουμε την επικινδυνότητα μιας απειλής ή την ωφελιμότητα μιας ευκαιρίας.

Eχει μειωθεί εντυπωσιακά η ικανότητά μας να αξιολογούμε προσόντα, επιδεξιότητες, κατάρτιση των ανθρώπων που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν τη ζωή μας. Eμπιστευόμαστε με απίστευτη αφέλεια τσαρλατάνους, χειροκροτούμε εκστασιασμένοι τυχάρπαστους απατεώνες και μικρονοϊκούς κομπορρήμονες. Σίγουρα, πρέπει να αποτελούμε ιδανική για τους διαφημιστές «αγορά» ευκολόπιστων καταναλωτών. Aποδείχνουμε καθημερινά ανύπαρκτες τις αντιστάσεις μας στη χειραγώγηση, στην εσκεμμένη φημολογία, στην εξαπάτησή μας από συνθηματολογίες. Παιδαριωδώς αφελείς υιοθετούμε κάθε ηλίθια «πληροφορία», κάθε ανεξέλεγκτη φαρμακερή κακολογία ή έπαινο ή ετικέτα για οποιονδήποτε.

Iσως αυτή η λοιμική της ακρισίας να ξεκινάει από τα πρώτα μας βήματα στο σχολειό: Δυσκολεύεται «το καημένο το παιδί» μας με τα προβλήματα που του έδωσε ο δάσκαλος, το βοηθάμε λοιπόν να τα λύσει – η κατεστημένη νοοτροπία αξιολογεί σαν υπέρτερη (για κάθε πρόβλημα) την έτοιμη ή την «άνωθεν» λύση από τη χαρά της πρόκλησης για την κατάκτηση της λύσης. Στο ελλαδικό σχολείο το «πρόβλημα», η «άσκηση», είναι επαχθές χρέος, αναγκαίο κακό, όχι χαρά αναμέτρησης με τη δυσκολία, παιχνίδι κριτικής ευρηματικότητας, αφορμή να ανακαλύψεις τις ικανότητες του μυαλού σου.

Δεν ξέρω αν υπάρχει επί γης άλλη κοινωνία όπου να ευδοκιμούν «λυσάρια» – βιβλία που προσφέρουν έτοιμες τις λύσεις όσων προβλημάτων περιέχονται στα σχολικά βιβλία για την άσκηση των μαθητών ή έτοιμη τη μετάφραση και τη γραμματική - συντακτική ανάλυση των αρχαίων κειμένων. Στο Eλληνόπουλο πάντως χαρίζονται όλοι οι κόμποι λυμένοι, όλα έτοιμα για χρηστική κατανάλωση. Iδια είναι και η λογική του «εξεταστικού συστήματος» στο Eλλαδέξ: χρηστική λογική της «απομνημόνευσης» στις πανελλήνιες (εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο) εξετάσεις, λογική που καθιστά χρηστικά αυτονόητη και την «αντιγραφή» στα πανεπιστημιακά έδρανα (στατιστικά σε ποσοστό 85%). Aκριβώς η ίδια λογική έχει οδηγήσει τη χώρα μας και στο απόγειο της εκβαρβαρωτικής χρησιμοθηρίας, το «φροντιστήριο»: Nα υποκαθιστά τη σχολική (οπωσδήποτε), συχνά και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση το χρυσοπληρωμένο ιδιωτικό μάθημα (το «ιδιαίτερο»).

Mε τέτοιον έγκαιρο εθισμό στην ευκολία, στην καταναλωτική εκδοχή της εκπαίδευσης, είναι απολύτως φυσιολογικό επακόλουθο η ακρισία: η ανικανότητα διάκρισης του ορθού από το λάθος, του έγκυρου από το εσφαλμένο, της επίμοχθης κατάκτησης από την απερίσκεπτη πρόσληψη και παραδοχή. Γινόμαστε πολίτες και περιμένουμε τις λύσεις των προβλημάτων μας έτοιμες, σαρκωμένες σε «χαρισματικούς» ηγέτες, ή τις αναζητάμε σε «λυσάρια» ιδεολογημάτων, ελιξήρια «κεντροαριστεράς» ή «κεντροδεξιάς» σολομωνικής – σε «συνταγές Φραγκοβανδάλων μάγων».

Aπολύτως φυσιολογικό και τα σχόλια των αναγνωστών αυτής εδώ της επιφυλλίδας, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, να επαναλαμβάνουν μονότονα, χρόνια τώρα, τη σταθερή επίκριση: «Kάνεις μόνο κριτική, δεν προτείνεις λύση» – «κατακρίνεις τους πάντες, χωρίς να έχεις να αντιτάξεις κάτι το συγκεκριμένο θετικό» – «έρχονται εκλογές, τους βγάζεις όλους σκάρτους, ποιον επομένως να ψηφίσουμε;». Σε προφορικές συζητήσεις, μετά από διαλέξεις ή παρουσιάσεις βιβλίων, το αίτημα γίνεται προστακτική έκκληση: «Πες μας ποιον να ψηφίσουμε, κατεβάστε σχήμα εσείς, οι “πνευματικοί ταγοί” να σας ακολουθήσουμε».

Eίναι απόλυτα σεβαστή η αγωνία των ανθρώπων, κατανοητή η ασφυξία που νιώθουν εγκλωβισμένοι σε ένα πολιτικό σύστημα εντελώς πια ανυπόληπτο, κραυγαλέα ανίκανο, αμετανόητα φαύλο, ανήθικο-σάπιο ώς το μεδούλι του. Oμως κανένας σοφός, κανένας δάσκαλος, κανένας Nέστορας σύνεσης και ευθυκρισίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη του πολίτη να κρίνει το ορθότερο πρακτέο. Oι λύσεις στα κοινωνικά-πολιτικά προβλήματα γεννιώνται από τη συνισταμένη της ατομικής ευθύνης των πολιτών, την κοινωνική δυναμική που προκύπτει από αυτή τη συνισταμένη, είναι συνάρτηση οι λύσεις της κατά κεφαλήν καλλιέργειας των πολιτών. Δεν αντιπαλεύονται καταστροφικές κρίσεις, ούτε η πολιτισμική παρακμή, με ετοιματζίδικες συνταγές ή με θεόπεμπτους ηγέτες.

Δουλειά και χρέος του δασκάλου είναι να φωτίζει τα προβλήματα, τα πραγματικά τους δεδομένα, να τα αναλύει με ορθολογισμό και τιμιότητα. Nα ελευθερώνει την κρίση του πολίτη από ψευδαισθητικές υποβολές, ψυχολογικές αγκυλώσεις, σκόπιμες στρεβλωτικές οπτικές. Tελικά, όμως, την ευθύνη της κρίσης για το συμφερότερο την έχει ο πολίτης. Aυτός θα αποφασίσει αν θα προκρίνει το μη χείρον, αν θα εμμείνει ασυμβίβαστος στη λευκή ψήφο, αν θα επιλέξει την αποχή από την εκλογική διαδικασία. Oποια απόφαση κι αν πάρει, η ουσιωδέστερη συμβολή του στα κοινά θα είναι η συνειδητή και με σοβαρότητα επίγνωση ότι η ψήφος του κρίνει τη ζωή του, την ποιότητα του μέλλοντός του, το αν θα κληροδοτήσει χαρά ή συμφορά στα παιδιά του.

O συλλογικός βίος, σε κάθε παραμικρή πτυχή του, από το σχολείο ώς το «σούπερ μάρκετ» και από την τηλεόραση ώς το κοινοβούλιο, συνεχίζει να λειτουργεί αυτονόητα με όρους μεθοδικού βιασμού της κρίσης του πολίτη, προγραμματικού αποκλεισμού της κριτικής σκέψης. H ακρισία έχει παγιωθεί ως εθνικό μας νόσημα, ενδημική συμφορά, συλλογική αναπηρία. Zήσαμε τα τελευταία χρόνια εξευτελιστικές επιπτώσεις, καταστροφικές συνέπειες της ακρισίας μας: Xειροκροτήσαμε και οδηγήσαμε στη Bουλή κομματικούς αρχηγούς, που κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα τους εμπιστευόταν έστω και τη διαχείριση περιπτέρου. Ψηφίσαμε πρωθυπουργό με ολοφάνερη διανοητική υστέρηση, υπουργό υπεύθυνο για την άμυνα της χώρας έναν κοινό λωποδύτη, τηλεκατευθυνόμενα πρακτοράκια να διαχειρίζονται την οικονομία, τυχάρπαστα προϊόντα της κομματικής κουζίνας να έχουν την ευθύνη της παιδείας και του πολιτισμού των Eλλήνων, προσφέραμε βουλευτικούς θώκους σε τραμπούκους θιασώτες της βίας – τι άλλο πρέπει να δούμε για να τρομάξουμε από την ακρισία μας;

Συμπληρώνουμε φέτος σαράντα χρόνια διαιώνισης ενός συμπτώματος, που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχε διάρκεια λίγων μηνών ή, το μέγιστο, ενός - δύο ετών: Mιλάω για την αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους, τον βανδαλικό πρωτογονισμό καταρρύπανσης ή και καταστροφής μνημείων, δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων, την κουρελαρία και βρωμιά των αφισοκολλήσεων την εξωραϊσμένη σαν «ελεύθερη διακίνηση ιδεών». Kραυγάζει το σύμπτωμα ότι, δίχως φραγμούς, η ακρισία μεταβάλλει τη συνύπαρξη σε «ένα απέραντο φρενοκομείο».
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Έντυπη

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Το οχυρό «Ευρώπη» ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Γνωστό τοις πάσι πως οι ευρωπαίοι δεν μετακινηθήκαν ποτέ επειδή κινδύνεψαν από πολέμους, πείνα και λοιμούς, επειδή σκέφτηκαν να αναζητήσουν κάπου αλλού την τύχη τους ή επειδή … απλώς θέλησαν να αποκτήσουν αποικίες. Το λέει και η Ιστορία:

kartesios2
Γνωστό τοις πάσι πως οι Ευρωπαίοι είναι μία καθαρή φυλή, ένα φύλο, με κοινή καταγωγή και ενιαίο πολιτισμό. Μία ενιαία ταυτότητα, βρε παιδί μου, πως να το πω!
Το λέει και η Ιστορία:
kartesios 2a

Γνωστό τοις πάσι πως όπου κι αν βρέθηκαν οι ευρωπαίοι, κατέφτασαν ύστερα από επίσημη πρόσκληση – παράκληση και κέρδισαν τις εντυπώσεις αποκλειστικά με το πνεύμα τους.
Το λέει και η Ιστορία:
kartesios4
British-colonial-officers-stand-guard-760-x-586
kartesios5
Ως εκ τούτου είναι πολύ λογικό να μην επιθυμούν οι Ευρωπαίοι μετακινήσεις ανθρώπων από άλλες ηπείρους προς τη δική τους ήπειρο με το επιχείρημα ότι πρέπει να μείνουν στον τόπο τους και να μη μολύνουν την ευρωπαϊκή καθαρότητα και ανωτερότητα.

Η ομιλία του Στέλιου Ράμφου με θέμα, Εμείς και η Ευρώπη

Ολόκληρη η ομιλία του Στέλιου του Ράμφου στο δημοτικό Ωδείο Λάρισας όπου είχε προσκληθεί στις 29 10 15 από το τμήμα Erasmus του πανεπιστημίου της Θεσσαλίας να μιλήσει με θέμα, Εμείς και η Ευρώπη.

Καλησπέρα. Να πω πρώτα ότι τον τελευταίο καιρό, είχα τέσσερεις πέντε προτάσεις, τον τελευταίο μήνα για ομιλία που μου ζητούσαν όλοι, Εμείς και η Ευρώπη. Απόρησα και ανησύχησα κατά κάποιο τρόπο, κι αναρωτήθηκα γιατί δεν νοιώθουμε αρκετά βολικά; Δεν είναι απολύτως πιστικό το «Ανήκουμε στη Δύση» η το η «Ελλάδα στους Έλληνες»; Γιατί καμιά φορά το αντιπαρατιθέμενο ας πούμε σύνθημα στο «Ανήκουμε στην Ευρώπη» είναι ότι η «Ελλάδα στους Έλληνες». Είναι όπως θυμόσαστε, η ξέρετε, το σύνθημα του Ιωάννου Μεταξά μετά του Ανδρέα Παπανδρέου και τώρα άλλων. Αλλά είναι κι αυτό έτσι χαρακτηριστικό, είδαμε το καλοκαίρι στο δημοψήφισμα ένα 60% να λέει, όχι, το οποίο μετετράπη την επομένη το πρωί σε ναι, πράγματα δηλαδή που δείχνουν ακριβώς ότι υπάρχει κάτι τι αόριστο, κάτι ρευστό μέσα σ αυτή τη ιστορία, και βεβαίως το τελευταίο απ όλα, είναι και το κρισιμότερο ας πούμε, είναι το τελευταίο το βαρύτερο και το πιεστικότερο μνημόνιο το οποίο κι αυτό έγινε για να ανήκουμε στη Δύση, για να μην βγούμε απ την Ευρώπη, επομένως καλό είναι να τα συμμαζέψουμε όλα αυτά τα πράματα. Θα προσπαθήσω να βοηθήσω προς αυτή την κατεύθυνση και εννοείται ότι δεν θεωρώ θέσφατα όσα θα πω, άλλωστε θα μπορούμε να τα συζητήσουμε μετά, αλλά έχω κάνει κάποιες σκέψεις τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.
Να πω πρώτα απ όλα, ότι αυτή η ιστορία, που ανήκουμε και που δεν ανήκουμε κι όλα αυτά τα πράματα, και οι καλές η κακές σχέσεις ας πούμε, έχουν ένα ιστορικό παρελθόν το οποίο πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας. Να πούμε ότι ξέρουμε πολύ καλά απ τα παλιά-παλιά, ότι έχουμε έναν ενιαίο αρχαίο κόσμο, στον ενιαίο αυτό αρχαίο κόσμο έρχεται κάτι ακόμα πιο ενιαίο, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έχουμε μετά ένα ρήγμα στην αυτοκρατορία αυτή με το Μεγάλο Κωνσταντίνο, όπου ένα ρήγμα το οποίο μέσα στους αιώνες παίρνει και ορισμένη μορφή, μορφή που σημαίνει μια σταδιακή ας πούμε, ένα σταδιακό έτσι ρυθμό της αυτοκρατορίας, γιατί ενώ επι Ιουστινιανού δειλά «Οι Νεαρές» η νομοθεσία της καθημερινότητος που θα λέγαμε γράφονται στα ελληνικά για να μην υπάρχουν δυσκολίες, επειδή στα δικαστήρια οι άνθρωποι που προσήρχοντο δεν ήξερα πια λατινικά, αλλά επι Ηρακλείου τον 7ο αιώνα οι νόμοι όλοι γράφονται στα ελληνικά και εξελληνίζεται η αυτοκρατορία τον 7ο αιώνα. Το 600, 610, 620. Εδώ να προσθέσουμε ότι βεβαίως δεν παραιτήθηκε από το όνομά της Αυτοκρατορία, δηλαδή δεν έπαψε ποτέ να ονομάζεται Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πάνω απ το Βυζαντινό, είναι του 17ου 18ου αιώνος ανακάλυψη των ιστορικών για να χρωματίζουν ιδαίτερα τη ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά εξου και είμαστε ρωμιοί. Εν πάσει περιπτώσει λοιπόν είχαμε αυτό, είχαμε μια επι πλέον τον 8ο αιώνα μια μεγάλη ρήξη, γατί για πρώτη φορά στέφεται αυτοκράτωρ το 800 ο Καρλομάγνος. Το δε 812 αν δεν με απατά η μνήμη μου αναγνωρίζουν οι πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως του αποδίδουν τον τίτλο βασιλεύς, άρα τον αναγνωρίζουν πια για πρώτη φορά, και επομένως έχουμε το μόρφωμα η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, ό τίτλος βασιλεύς δεν ήταν βασιλεύς των Ρωμαίων, αλλά ήταν απλώς βασιλιάς.
Εν πάση περιπτώσει οι προστριβές αρχίζουν θέλω να πω και ήδη το 867 επι πατριαρχίας Φωτίου έχουμε ένα πρώτο σχίσμα, ένα μικρό, εκεί ήταν το filioque, τα άζυμα των ιερέων, η αγαμία του κλήρου κτλ. Και βεβαίως έχουμε μια απαλοιφή από τα πατριαρχικά δίπτυχα, δηλαδή από την επίσημη εκφώνηση ας πούμε των τιμωμένων προσώπων κατά την Θεία Λειτουργία, απαλοιφή του ονόματος του Πάπα για πρώτη φορά. Φεύγει το όνομα του Πάπα, μιλάμε πια για τον 10ο αιώνα 990 1000, εκεί. Ταυτόχρονα στην Ευρώπη έχουν αρχίσει βαθύτατες μεταρρυθμίσεις στο επίπεδο το θρησκευτικό, σε ένα μοναστήρι που έχετε δει όλοι όσοι από σας έχετε πάει στο Παρίσι όπως ανεβαίνουμε τo boulevard saint michel αριστερά μας είναι κάτι ερείπια από ένα παλιό μοναστήρι, για να πάμε στη Σορβόννη. Αυτό το μοναστήρι είχε διαδραματίσει ένα ρόλο επαναστατικής σημασίας για τα χρόνια εκείνα, διότι προώθησε όσο κανείς άλλος μεταρρυθμίσεις και αντιλήψεις που έφερναν κοντά την Καθολική Εκκλησία προς τα πράγματα της ιστορικής ζωής, προς τη άμεση ζωή κι όχι απλώς μόνο προς τα έσχατα της ιστορίας, δηλαδή τη Δευτἐρα Παρουσία, την ανάσταση, το millennium τη χιλιετία κτλ. Ήδη δηλαδή αρχίζει μια μετακίνηση στην Δύση η οποία φωτίζει το ενδιαφέρον προς τα ιστορικά πράγματα τα οποία αποκτούν σημασία, και αυτό, αυτή η έμφαση στον κόσμο μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ των δύο Πατριαρχείων ας πούμε έτσι, σε ένα τέτοιο βαθμό ώστε πια το 1054 έχουμε το οριστικό σχίσμα όπου Πάπας και Κηρουλάριος ο Πατριάρχης της εποχής εκείνης αλληλοαφορίζονται, ο καρδινάλιος εκπρόσωπος του Πάπα καταθέτει τον αφορισμό στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, και η υπόθεση τελειώνει πια με ένα μεγαλοπρεπές σχίσμα. Αφού προηγουμένως όμως προς τα τέλη του 10ου αιώνος το 980, 990 έχουμε τον προσηλυτισμό στη ορθοδοξία, των Σλάβων, πράγμα το οποίο βεβαίως τους δίνει μια τεράστια αυτοπεποίθηση αλλά πλέον η ρήξη είναι οριστική.
Η πορεία, στα γεγονότα που ακολουθούν είναι επίσης χαρακτηριστική, γιατί στην Ανατολή έχουμε μια πεισματική αντίθεση σ οτιδήποτε έχει να κάνει με την αναγνώριση του ελλόγου στοιχείου στη πίστη, μ ένα τρόπο πολύ απορριπτικό, η ανατολή απορρίπτει τη λογική και δογματικά το 1351 όταν τελειώνουν οι ησυχαστικές έριδες. Η Δύση αρχίζει και αυτό το πράγμα και το καλλιεργεί τον 13ο αιώνα με μεγάλους σοφούς ας πούμε τον Αλβέρτο τον Μέγα, και τον Θωμά τον Ακινάτη, μεγάλους μελετητές οι οποίοι βάζουν για πρώτη φορά τον Αριστοτέλη μέσα στη Θεολογία και τα ερωτήματα τα Αριστοτελικά και αρχίζουν να ανανεώνουν τη καθολική θεολογία, σημειωτέον ότι έχουμε μεγάλο πρόβλημα και με το ίδιο το Βατικανό και γιαυτό στην αρχή υπάρχουν παρεμβάσεις στη Σορβόννη, που ήτανε το πανεπιστήμιο του καιρού εκείνου με τους θεολόγους επι κεφαλής, παρεμβάσεις και μάλιστα καταδικαστικές. Για να μην γίνονται παρεμβάσεις, για πρώτη φορά στην ιστορία καθιερώνεται το άσυλο. Το άσυλο καθιερώνεται τότε για να μην κάνουν παρεμβάσεις στις διοικήσεις του Παρισιού, στη δουλειά των Θεολόγων που δούλευαν ανανεωτικά τότε στη Σορβόννη. Από τότε αρχίζει το άσυλο και για αυτό ειδικά τον σκοπό, για να μην υπάρχουν παρεμβάσεις στην επιστημονική αναζήτηση των ανθρώπων. Εν πάσει περιπτώσει λοιπόν ακολουθεί η πολύ δύσκολη και άσχημη στιγμή ας πούμε του 1204 με τις αγριότητες των νικητών οι οποίοι όμως κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη για έναν ειδικό λόγο, προσχηματικά γιατί το 1182 είχε γίνει ένα μεγάλο πογκρόμ στην Κωνσταντινούπολη και σκότωσαν έκλεψαν τις περιουσίες των Λατίνων και σκότωσαν πολλούς Λατίνους, τότε η Βενετία ζήτησε αποζημίωση, η Κωνσταντινούπολη είπε ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος, και τους το φύλαξαν, όταν ήρθε η ώρα μπήκαν στη Κωνσταντινούπολη και τα έκαναν γης μαδιάμ. Αλλά ήτανε του 1182 η ανταπόδοση.
Εν πάσει περιπτώσει όσο περνάει ο χρόνος τόσο αυτή η εντός εισαγωγικών γεωγραφική διαφοροποίηση γίνεται σαφής, και αυτή η γεωγραφική διαφοροποίηση γίνεται ένα σαφές διαφορετικό υπόστρωμα. Τόσο σαφές ώστε τον 14ο 15ο αιώνα οι Βυζαντινοί να λένε ότι καλλίτερα φακιόλι τουρκικό παρά τιάρα παπική, και γιαυτό τον λόγο και δεν κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη, παρεδόθη στους Τούρκους, ήταν επιλογή ιστορική, να ‘ρθουν οι Τούρκοι κι όχι οι παπικοί την ώρα εκείνη της μεγάλης παρακμής. Όχι ότι υπεγράφη, υπήρχε ένα κλίμα που ευνοούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, και όπερ και εγένετο. Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Ότι ο μεγάλος και πανάρχαιος διαχωρισμός μεταξύ Ανατολής και Δύσεως άλλη μια φορά εμπεδώθηκε και επανήλθε, και ποιο είναι το στοιχείο που μπορούμε να πούμε καταστατικά μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε με έναν ορισμένο τρόπο που επιτρέπει τη διαφοροποίηση, την Ανατολή από τη Δύση; Το γεγονός ότι η Ανατολή είναι ο τόπος όπου έχει το έρισμά της η ομάδα και η απολυταρχία, ενώ η Δύση ήτανε ο τόπος εκείνος που αναπτύχθηκε σιγά-σιγά η ατομικότης και μαζί μ αυτή το κράτος. Δηλαδή ο τόπος όπου υπάρχει κράτος δικαίου, που υπάρχουν θεσμοί, που υπάρχουν κανόνες απέναντι στους οποίους οι άνθρωποι, λογοδοτούν, υπακούουν, τους παραβαίνουν και υπάρχουν συνέπειες, κι όλα αυτά τα πράγματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία διατηρούνται έκτοτε ποικιλομόρφως και στον τόπο μας, και στις χώρες πιο βόρεια στους Ρώσους, στους Σέρβους κτλ. κι αντιστοίχως στην Δύση, αυτά τα χαρακτηριστικά ως άξονας, παραμένουν μέχρι τώρα και αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι στις χώρες αυτές του τύπου, η απολυταρχία η το διαλυμένο κράτος είναι κανόνας, ενώ στις πόλεις ας πούμε τις δυτικές έχουμε το μεγάλο δυτικό επίτευγμα που λέγεται κράτος, γιατί το κράτος με την έννοια του θεσμικού παράγοντα, εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, δηλαδή το κράτος ως πολιτική εγγύηση της κοινωνικής συνοχής, είναι γέννημα και θρέμμα της Δύσεως. Το κράτος αλλού δεν υπήρξε, μόνο ως απολυταρχικό σύστημα. Στο Βυζάντιο ας πούμε μέχρι τον τελευταίο αιώνα ο βασιλεύς ήταν έμψυχος νόμος, ήταν ο ίδιος νόμος. Υπήρχαν όλοι οι νόμοι αλλά αυτοί οι νόμοι έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί από τον ίδιο κάθε φορά, η να ερμηνευθούν από τον ίδιο κάθε φορά κατά το δοκούν. Ενώ ήδη από το 1215 με τη Magna Charta δεν μπορούσε ο Βασιλιάς στη Βρετανία να αποφασίζει αν δεν αποφάσιζαν οι Βαρόνοι, για πρώτη φορά έχουμε συστήματα αντιπροσωπεύσεως τα οποία σιγά-σιγά οργανώθηκαν ας πούμε θεσμικά, και πήραν τις διαστάσεις που έπρεπε αν πάρουν. Εκεί είναι και οι μεγάλες αδυναμίες των ανατολικογενών ας πούμε κοινωνιών που έχουν σχέση με το κράτος, και θα πούμε ακριβώς γιατί δεν έχουν καλή σχέση με το κράτος, δηλαδή με τη συνύπαρξη ελευθέρων πολιτών και ελευθεριών μέσω του αυτοπεριορισμού.
Γιατί τα κοινωνικά συμβόλαια, το κράτος του Λεβιάθαν, όλα αυτά τα πράγματα ήταν μια συνύπαρξη πολλών υπό – νόμων, υπό των νόμων, μέσα στον αυτοπεριορισμό, δηλαδή είχαμε ένα άτομο αυτόνομο σχετικώς εν σχέση με το κράτος, η στην Ανατολή ένα άτομο απορροφημένο απολύτως και παραδομένο στην κοινωνική εξουσία. Όπου υπήρχε αυτό η συνέχεια αυτής της παραδόσεως ως πνεύμα είναι μία συνέχεια, την οποία ξέρουμε πάρα πολύ καλά εμείς σήμερα και που έχει να κάνει με μία παθογένεια των κρατών. Η Ρωσία δεν μπόρεσε παρά να κάνει την σημερινή απολυταρχική Ρωσία, πήγε να κάνει ο Γέλτσιν δήθεν δημοκρατία διελύθει το σύμπαν, δεν έμεινε τίποτα, οι ολιγάρχες τα διέλυσαν όλα, ήρθε ο Πούτιν και με την ιδιότυπη απολυταρχία του, ξεκαθάρισε τα πράγματα κανονίζοντας τους δημοσιογράφους, φυλακίζοντας ολιγάρχες, κανονίζοντας τα πράγματα, αλλάζοντας και ερμηνεύοντας κατά το δοκούν το σύνταγμα. Δεν είναι λοιπόν θέλω να πω τυχαίο ότι το κεντρικό μας πρόβλημα είναι το κράτος, είναι δηλαδή η αδυναμία υπάρξεως δημοσίου χώρου με κανόνες οι οποίοι ισχύουν έναντι πάντων, τους οποίους οι άνθρωποι καλούνται να σεβαστούν και που όταν τους παραβούν, βεβαίως θα αντιμετωπιστούνε και θα τιμωρηθούν. Αυτή η βαθειά συνύπαρξη του κράτους, της κυβερνήσεως, του δημοσίου χώρου, εκφράζεται με έναν τρόπο ιδεώδη κάθε φορά που έχουμε μια καινούργια κυβέρνηση, από την ανάγκη διορισμού γενικού γραμματέως υπουργείου. Ο διορισμός γενικού γραμματέως στα υπουργεία, είναι η άμεση επέμβαση της κυβερνήσεως επι του κράτους, και η αδυναμία υπάρξεως αυτονόμου δημοσίου.
Αυτοί οι γενικοί γραμματείς και άλλοι δέκα χιλιάδες άνθρωποι, όποτε αλλάζει η κυβέρνηση καταλαμβάνουν τις θέσεις του ελεγκτικού μηχανισμού. Στις Ευρωπαϊκές χώρες το Δημόσιο είναι Δημόσιο, δεν παν να κάνουν ότι θέλουν οι κυβερνήσεις, το δημόσιο έχει την αυτονομία του, την ανεξαρτησία του και υπ αυτή την έννοια έχει έναν διαφορετικό χαρακτήρα και μια λειτουργικότητα, μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες ανεξαρτήτως συναλλαγής, ανεξαρτήτως πελατειακών σχέσεων. Αντιθέτως στις χώρες αυτού του τύπου που ξεκινάνε από την Κύπρο και μπορούν να φθάσουν μέχρι το Βλαδιβοστόκ, μέσω Βαλκανίων κτλ. έχουμε ακριβώς το αντίθετο, το κράτος καταλαμβάνεται από τα κόμματα και τα κόμματα, τύπος κυβέρνησης δηλαδή, αναπτύσσουν μια πολιτική πελατειακών σχέσεων προκειμένου να διαιωνίζουν η να διατηρούν την εξουσία τους για μεγάλο χρονικό διάστημα εις βάρος του δημοσίου χώρου. Για αυτό δεν έχουμε κράτος, και για αυτό το λόγο επειδή το κράτος είναι τόπος ας πούμε διορισμών η ήτανε, για αυτό επιζητούσαμε και την κρίση, η κρίση σημαίνει μια αμετροέπεια εις τους διορισμούς και μια προστασία του κρατικού παράγοντα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να υπάρξει δημόσιος χώρος. Άρα τα πάντα εξηρτώντο από τις σχέσεις και τις διαπλοκές μεταξύ πολιτών και πολιτικών, με αποτέλεσμα βεβαίως την πλήρη κατάρρευση αυτήν που ζούμε σήμερα. Εξ ου και τα θέματα δεν είναι τα δάνεια και όλα αυτά τα πράματα, το θέμα είναι μία νοοτροπία και μία παράδοση βαθιά, η οποία δεν μας αφήνει περιθώριο να καταλάβουμε την διάκριση δημοσίου χώρου και κυβέρνησης. Αυτό φαίνεται σε δύο παραδείγματα πολύ χαρακτηριστικά.
Όταν ο Καποδίστριας, το μεγαλύτερο λαχείο που έτυχε να ρθει στη Ελλάδα, ζήτησε να μπούνε φόροι, τον εξετέλεσαν, γιατί οι φόροι σήμαιναν ότι έπρεπε να πληρώσω για το σχολείο κάποιου τον οποίο δεν γνωρίζω, και ο οποίος είναι στη Άμφισσα, και που λέει ο Μαυρομιχάλης εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να πληρώσω για αυτόν, εγώ να πληρώσω για τους συγγενείς μου και για τους συντοπίτες μου.
Η έννοια δηλαδή της αφηρημένης ενώσεως των πολλών υπό-νόμων, υπό των νόμων, ήταν αδιανόητη. Το μέγιστο λαχείο λοιπόν, έφυγε από τη μέση, ήτανε η πολύ σημαντική στιγμή εκείνη. Κι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό.
Στα σπίτια μας, στου καθενός μας, τα σπίτια είναι πεντακάθαρα, οι δρόμοι είναι βρώμικοι, δεν θέλουμε τον δημόσιο χώρο, δεν τον καταλαβαίνουμε και για αυτό οι πόλεις μας είναι σαν κοτέτσια. Ενώ αντιθέτως όταν ο Hansen και οι πρώτοι ας πούμε αρχιτέκτονες που ήρθανε με τον Όθωνα άρχισαν να φτιάχνουν τις πόλεις, είτε είναι η Σύρος, είτε είναι η Αθήνα, φτιάχναν κομψοτεχνήματα, μετά όμως ήρθε το βαθύ ένστικτο του κοτετσιού και έφτιαξε τις πόλεις που ‘χουμε κάνει, όταν κατεβαίνει κανείς με το αεροπλάνο στην Αθήνα νομίζει ότι βλέπει σκουπιδοτενεκέ.
Δεν υπάρχει πόλις, δεν υπάρχει πράσινο, δεν υπάρχει τίποτε από αυτά τα οποία θυμίζουν δημόσιο χώρο. Και επι πλέον υπάρχει ένα ιστορικό πάρα πολύ σημαντικό, μετά τον 6ο αιώνα σεισμοί λοιμοί και καταποντισμοί τεραστίας εκτάσεως συνέβησαν στην Ανατολική αυτοκρατορία, και έτσι εκτός από την Κωνσταντινούπολη κατέρρευσαν όλες οι πόλεις. Η Πόλη έχασε τον μισό της πληθυσμό από αρρώστιες, μετά, ήτανε 500.000 κι έμειναν 250.000. Οι πόλεις άρχισαν να ξαναχτίζονται τον 9ο αιώνα, Ιουστινιανός. Αλλά πια δεν υπήρχε δημόσια αντίληψη του χώρου, και για αυτό το λόγο φτιάχναν στη κορυφή του βουνού το φρούριο, και μετά από κάτω άναρχα οι κατοικίες, γιαυτό δεν έχουμε την αίσθηση του δημοσίου χώρου ποτέ, ούτε τον σεβόμαστε, ενώ αντιθέτως όταν στη Βενετία τα πράγματα πήρανε δρόμο, δημιουργήθηκαν τα σπίτια των δόγηδων, τα δικαστήρια, η ρυμοτομία είχε αυτόν τον χαρακτήρα, εμείς δεν έχουμε δημόσιο χώρο. Υπ αυτή τη έννοια δομικά, ψυχικά, στο επίπεδο των νοοτροπιών, είναι κάτι το οποίο δεν μας πηγαίνει. Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ήρθε η ώρα της Αναγεννήσεως τον 15ο αιώνα, η Αναγέννηση δεν μπορούσε να γίνει ποτέ στην Ανατολή.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα χωρίς αναγέννηση, δηλαδή με αναξιοποίητο τον λόγο, με αναξιοποίητη τη λογική, με αναξιοποίητη την σχέση με τα πράγματα, και με αξιοποιήσιμη μόνο τι σχέση με τα έσχατα, εξ ου και ο τεράστιος συναισθηματισμός μας, θα ήμασταν λογικότεροι χωρίς να χάνουμε συναίσθημα αν μπορούσαμε να ασχοληθούμε και με την ταπεινή πραγματικότητα. Αυτό βγήκε από την ιστορία και βγήκε εντυπωσιακά στο θέμα του κράτους.
Για αυτό τον λόγο εάν σκεφτούμε να αρχίσει μια αναγέννηση στη σύγχρονη Ελλάδα, η αναγέννηση αυτή θα έγκειται στη ανεξαρτησία του δημοσίου από την κυβέρνηση και τα κόμματα, αν το αντέξουνε οι νοοτροπίες μας αυτό.
Έναν φίλο μου τον πιάσαν οι αστυνομικοί γιατί έτρεχε γρήγορα, πλήρωσε κανονικά αδιαμαρτύρητα και πήρε στο τηλέφωνο έναν φίλο του και του το είπε και ο φίλος του λέει θα το κανονίσω εγώ, μα δεν σου ζήτησα εγώ να κανονίσεις τίποτα του απαντά ο φίλος μου, α λέει θα το φτιάξω εγώ αμέσως το πράγμα. Δηλαδή βλέπει, αμέσως ο άλλος, προσφέρει φιλική εξυπηρέτηση με παράβαση κανόνα. Και είναι ο ίδιος άνθρωπος του θεσμού, δεν είναι άνθρωπος τυχαίος εξωθεσμικός, αυτό συνέβη σήμερα. Λοιπόν τι είναι το κράτος; Γιατί αξίζει τον κόπο να το καταλάβετε. Κάνω όλες αυτές τις περιπλοκάδες γιατί ενδιαφέρει να κατανοήσουμε το δικό μας το κράτος. Τι είναι το κράτος; Πρέπει να ξέρουμε ότι το κράτος γεννιέται το 1300, είναι γέννημα του 1300. Δηλαδή μεταξύ 1000 και 1300 έχουμε τη ανάδυση όπως λένε οι ιστορικοί του κράτους και την ολοκλήρωση του σχήματος, το 1600 -1700 είναι συγκεκριμένο μόρφωμα, δηλαδή το κράτος.
Δεν είναι οποιαδήποτε εξουσία το κράτος, είναι ειδικός τύπος οργανώσεως, στα πλαίσια του οποίου αντιπροσωπεύονται οι πολίτες και η πολιτική τους συνοχή, εξασφαλίζεται ακριβώς από ένα σύστημα θεσμών, από ένα σύστημα νόμων.
Το κράτος λοιπόν αναδύεται εκείνη την περίοδο. Τι ξεπερνάει το κράτος;
Ξεπερνάει μια προηγουμένου τύπου χαρακτήρος κοινωνική συγκρότηση, όπου είχε βάση τις σχέσεις του αίματος δηλαδή την οικογένεια, τις σχέσεις εντοποιότητος, δηλαδή το χωριό την περιφέρεια, τη θρησκεία, τις συντεχνίες, τα σινάφια.
Είχαμε δηλαδή τέτοιου τύπου ομαδικότητα η οποία βασιζότανε σε στενούς δεσμούς είτε αίματος, είτε συντροφικότητος, και η οποία απέκλειε κάθε σχέση με το άγνωστο, δεν μπορούσε δεν χωρούσε αυτό το στοιχείο του αγνώστου.
Το οποίο σημαίνει, τι σημαίνει; Oτι η διεκδίκηση αυτού του τύπου των κοινωνιών, ήταν μια διεκδίκηση επιβιώσεως, και όχι ενεργοποιήσεως των δημιουργικών δυνάμεων ας πούμε της ομάδος.
Το κράτος και γιαυτό η Δύση πήρε πάνω κεφάλι και διαφοροποιήθηκε απ όλον τον υπόλοιπο κόσμο, επειδή είναι συμβίωση ελευθέρων, των ανθρώπων, γιαυτό το λόγο ελευθερώνει δυνάμεις.
Η οικογένεια, η μικρή κοινότητα, η χωρική κοινότης κτλ, βασίζονται στην επανάληψη ηθών εθίμων, και επιβεβαίωση δεδομένων νοοτροπιών.
Δεν απελευθερώνονται δυνάμεις, η δε τάξη επιβάλλεται από μία απολυταρχική εξουσία η οποία είναι όποια να ‘ναι, ο νόμος είναι ο αφέντης ας πούμε.
Υπ αυτή την έννοια λοιπόν το κράτος, το οποίο παίρνει αποφάσεις, και του οποίου οι αποφάσεις μπορούν να χωρέσουν, να ενσωματώσουν, κι άλλες περιοχές.
Η αρχαία πόλις δεν μπορούσε να ενσωματώσει άλλους, για αυτό σκοτωνόντουσαν συνέχεια οι Θηβαίοι, οι Σπαρτιάτες, και οι Αθηναίοι. Ούτε η αρχαία αυτοκρατορία μπορούσε να το κάνει, παρά μόνο με όρους κυριαρχικής επιβολής, Μακεδόνες, Ρωμαίοι κτλ. Το κράτος το σημερινό, το Νεώτερο κράτος επειδή ακριβώς είναι ανοιχτό στη χωρητικότητα, είναι ανοιχτό στο Νέο, και ως ανοιχτό στο Νέο κάνει δημιουργική χρήση των ανθρωπίνων πόρων, των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.
Είναι μια καινούργια πραγματικότητα και για αυτό, μόνο καθυστερημένοι λαοί υπάρχουν χωρίς κράτος, η δεινοπαθούντες λαοί θα ‘χουνε ένα κράτος προβληματικό.
Είναι πολύ σημαντικό να δούμε τον τύπο του κράτους και τον τύπο της κοινωνίας σήμερα, και να κοιτάμε και να συγκρίνουμε μ αυτά που συμβαίνουνε στον τόπο μας, στο κράτος μας, και από αυτά τα οποία εμείς κάθε φορά διεκδικούσαμε κάτι τι, το κάτι τι μας.
Επομένως λοιπόν αυτή η μονιμότητα των θεσμών που διαμορφώνει την συνοχή του όλου, πέρα από το αίμα, την γνωριμία κτλ, επιτρέπει ακριβώς να έχουμε ένα κράτος, ένα μόρφωμα, όπου δεν είναι η συνύπαρξή μας προϊόν γνωριμίας, αλλά προϊόν ανάληψης τρόπου ζωής, ο οποίος διαφοροποιείται ριζικά από τον τρόπο ζωής του δάσους. Η πόλη όπως την ανακάλυψαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι τρόπος ειρηνικής συνυπάρξεως εκτός του δάσους, διότι στο δάσος μόνο αλληλοσφαγή υπάρχει, το χειρότερο ζώο ας πούμε το δυνατότερο, τρώει το πιο αδύναμο. Άρα λοιπόν το πρόβλημα είναι η μετάβαση.
Πως περάσαμε από τις οικογένειες και τους τόπους της εντοποιότητος λένε οι χρονογράφοι. Περάσαμε γιατί σίγα-σίγα με τον χρόνο, με τους χρόνους δηλαδή, κατάφεραν αυτοί που συνέλαβαν αυτή την ιστορία να δώσουν, να βρουν το ψυχολογικό θεμέλιο αυτής της μετακινήσεως. Το ψυχολογικό θεμέλιο αυτής της μετακινήσεως είχε να κάνει ακριβώς με την μεταφορά στο κράτος, με την μεταφορά ας πούμε στη θεσμική ύπαρξη του κράτους, των ηθικών δεσμών που υπήρχαν στην οικογένεια και στην εντοπιότητα. Πως; Με την υψηλή παροχή ασφαλείας και εννόμου τάξεως που το κάνουν. Τι μας δένει με την οικογένεια και με το χωριό κτλ; Μας δένει μια γνωριμία η οποία επιτρέπει ηθικούς δεσμούς, και δεσμούς εμπιστοσύνης.
Τι είναι εκείνο το καινούργιο που φέρνει το κράτος; Oτι αυτούς τους ηθικούς δεσμούς αγάπης και εμπιστοσύνης, τους περνάνε σε μια έννομη τάξη, στην αρχή από κράτος γίνεται πατρίδα, πατριωτισμός, και μετά, εθνικισμός. Τον εθνικισμό τον βλέπουμε όλοι, το είδαμε και προχθές, υπάρχουνε βαθμοί συγκινήσεως υψηλοί, τέτοιοι που θα μπορούσαν να θυμίζουν εσωτερικές σχέσεις οικογενείας. Αυτή η μεταφορά ηθικών δεσμών ήτανε εκείνη η οποία στερέωσε ψυχολογικά το κράτος, και το οποίο με τη μορφή του έθνους στερεώθηκε ακόμη περισσότερο επι το θετικότερο αλλά και επι το αρνητικότερο, γιατί με έναν ξέφρενο εθνικισμό ξέρουμε τι προβλήματα μπορεί να υπάρξουν. Να πούμε λοιπόν εδώ ότι στη διάπλαση του κράτους έπαιζε μεγάλο ρόλο αυτή η συνοχή, την οποία ετεκμηρίωνε και  εθεμελίωνε τελικά μια μη αναγνωρισμένη αντιπροσωπευτικότης.
Από τον 2ο και 3ο αιώνα η αντιπροσωπευτικότης στα δυτικά κράτη των οποίων θεμελιωτές ήταν οι Γάλλοι και οι Βρετανοί. Οι Γερμανοί φτιάξανε κράτος τον 17ο αιώνα με 18ο. Γιατί είχαν πάρα πολλά μικρά κρατίδια κομητείες κτλ, που σφάζονταν μεταξύ τους. Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί ανακάλυψαν πρώτοι το κράτος, και το ανακάλυψαν με όρους αντιπροσωπευτικότητος που λέμε, με όρους συνδυασμού οικονομίας και δικαίου. Με όρους που στα δικαστήρια ήδη από τον 2ο τον 3ο αιώνα είχαν ενόρκους, ενώ υπήρχε απόλυτη αυθαιρεσία απ οπουδήποτε αλλού, οι άρχοντες αποφασίσουν ότι να ‘ναι και όπως τους αρέσει. Χωρίς αίσθημα δικαίου δε υπάρχει κράτος, σκεφθείτε ένα κράτος όπου οι κυβερνήσεις συνεχώς φτιάχνουν νόμους τους οποίους παραβιάζουν, εν ετι 2015 η 2010 η δεν ξέρω τι.
Τι διαφορά έχουν οι 7 αιώνες εμπειρίας τους οποίους εμποδίζουν βαθύτατες νοοτροπίες, στις οποίες το αίμα δεν έχει καταφέρει, και η συγκίνηση να μεταφερθεί στο επίπεδο εκείνο, στο οποίο θα μετονομαστεί θα γίνει αισθητό ως σε ανώτερο επίπεδο, ηθικοί δεσμοί απέναντι σε αγνώστους, και πολύ φυσικότερα μετά στο σύγχρονο κράτος, πάμε σε ιδανικές πραγματικότητες τις οποίες ακόμη δεν μπορούμε να φανταστούμε, θα δούμε τι ακριβώς θα γίνει.
Εν πάσει περιπτώσει λοιπόν στην περίπτωση του Ανατολικού κράτους στο οποίο οι νοοτροπίες μας δίνουνε το προβάδισμα, διότι η συγγένεια θα σου κάνει το χατίρι, ο υπουργός ο οποίος είναι δικός σου, συγγενής σου, συντοπίτης σου κτλ. Αυτομάτως λοιπόν διαμορφώνουν ένα έλλειμμα, κάτι ατροφικό στο κράτος, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Από τη στιγμή που δεν υπάρχει νόμος και ευθύνη απέναντι του νόμου, από τη στιγμή αυτή κυριαρχεί η γνωριμία και η ζεστασιά των ανθρώπων μεταξύ τους, επικρατεί ως κανόνας θεμέλιο στη ζωή ενός κράτους το συναίσθημα, και η ευνοϊκή η αρνητική διάθεση. Ο λόγος για τον οποίο στην Ελλάδα είμαστε ακραία συναισθηματικοί και πολύ συμπαθητικά συναισθηματικοί, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουμε ανάληψη ευθύνης, με την έννοια πια του αντικειμενικού κανόνα.
Το συναίσθημα ενώ είναι πλούτος ανθρώπου, εάν παραμείνει μόνο του και ακανόνιστο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αποδοχή κανόνος. Έτσι στο όνομα της απόλυτης γλυκύτητος των συναναστροφών μας, διαλύουμε την κοινωνική μας ύπαρξη μεθοδικά. Υπάρχει λοιπόν ένα τέτοιο στοιχείο το οποίο ακριβώς αυτό είναι πίσω από τις εκάστοτε κρίσεις που περνάμε. Γιατί μη ξεχνάμε έχουμε κρίσεις τουλάχιστον 5 φορές στην νεώτερη ιστορία μας και δεν ξέρουμε πόσες φορές ακόμη θα έχουμε. Αυτό όμως, όταν δηλαδή το συναίσθημα κυριαρχεί δεν έχουμε πια την δυνατότητα να εσωτερικεύσουμε κανόνες συναινέσεων και συνυπάρξεως.
Μπροστά στον δικό μου δεν υπάρχει περίπτωση να έχει το προβάδισμα ένα πρέπει, το πρέπει είναι μόνο του συγγενούς μας, το πρέπει είναι μόνο του δικού μου ανθρώπου. Δεν μπορώ να εσωτερικεύσω, να πω α αυτός είναι ο κανόνας, είσαι αδερφός μου αλλά δεν έχει σημασία, ο κανόνας είναι κανόνας. Εξ ου και αυτό δημιουργεί συνθήκες τρομακτικής παθητικότητος, τα παιδιά μένουν σπίτι μέχρι τα 35 τα παιδιά στην Ευρώπη στα 18 φεύγουν, οι μεν ανοίγουνε φτερά οι άλλοι τρώνε από τη σύνταξη του παππού. Και βλέπουμε τώρα στις τηλεοράσεις να λένε τι θα γίνει τι θα δώσω τώρα στα παιδιά μου, που θα παίρνω τετρακόσια ευρώ. Τι θα δώσω στα εγγόνια μου, χώρια οι ανεργίες κι όλα αυτά τα πράγματα.
Άρα όταν δεν εσωτερικεύονται οι κανόνες συναινέσεως ζούμε σε μόνιμο διχασμό.
Ο μόνος τρόπος να καταλαβαίνουμε είναι να σφαζόμαστε είτε αυτό λέγεται Πασόκ είτε Νέα Δημοκρατία είτε λέγεται Σύριζα είτε λέγεται Αριστεροί είτε οτιδήποτε. Μόνο όταν εσωτερικεύονται οι κανόνες της ευθύνης μπορούμε να καταλάβουμε τη λογική της συμφωνίας. Μα τίποτε από όλα αυτά που μας καταπιέζουν δεν είναι άλογο όλα είναι απολύτως λογική, όλα απολύτως, δεν μπορούμε όμως γιατί δεν έχουμε εσωτερικεύσει αυτό το πράγμα, μόνο το συναίσθημα είναι διαιρετικό, γιατί το συναίσθημα με θέλει σ αυτό που μ αρέσει, κι σ αυτό που δεν μ αρέσει, όχι σ αυτό το οποίο μπορώ να συμφωνήσω.
Επομένως έχουμε μια δομή νοοτροπίας πια εξαιρετικά κρίσιμη η οποία ακριβώς αυτή η δομή της νοοτροπίας, δεν μας επιτρέπει να συμφωνούμε. Για αυτό καμιά φορά όταν συμβαίνει όπως πρόσφατα ψηφίσανε τα μνημόνια ο Μειμαράκης και οι άλλοι, ήταν σπουδαίο πράγμα, μετά γυρίσαν όλα γιατί δεν μπορούσε να συνεχιστεί περισσότερες από λίγες μέρες αυτή η ιστορία. Αλλά έχει σημασία αυτό, έχει σημασία γιατί πια οι ίδιες οι πεποιθήσεις, οι ίδιες οι ανάγκες, δεν μας επιτρέπουν να πάμε στη συναίνεση που σημαίνει, ν’ αρχίσουμε απ τις αδυναμίες μας. Συναινώ όταν δεν ξεκινώ απ το δίκιο μου αλλά ξεκινώ από την αδυναμία μου, τότε μπορώ να μπω στη θέση του άλλου γιατί κάθε συμφωνία είναι ότι λιγάκι μπαίνω και στη θέση του άλλου. Δεν μπορεί να συμβεί λοιπόν αυτό, δεν μπορώ να συναινέσω όταν δεν αρχίζω από την αδυναμία μου.
Και όταν πια ζω καθαρά με τέτοιους όρους αδυναμίας συναινέσεως, αλληλοσπαραγμού, και όλα αυτά τα πράγματα, βεβαίως παθαίνω ζημιές στην ιστορική μου ζωή, οι οποίες με τη σειρά τους έχουν ένα έλλειμμα, το έλλειμμα αυτοπεποιθήσεως.
Όλη αυτή η εθνική μεγαλαρχία, όλες αυτές οι συνωμοσιολογίες, όλα αυτά τα που ξέρουμε, οφείλονται στο γεγονός ότι έχουμε τρομακτικό έλλειμμα αυτοπεποιθήσεως, θυμίζουν καταθλιπτικά άτομα που είναι πνιγμένα στις ιδεοληψίες τους, και δεν μπορούν να βρουν άκρη με την πραγματικότητα.
Αν είναι εδώ πέρα ένας ψυχολόγος θα μπορέσει να το εξηγήσει καλλίτερα από μένα, διαβάζοντας μια συμπεριφορά ενός λαού που έχει ταυτόχρονα μεγαλομανία και μανία καταδιώξεως. Από τη μια οι πάντες υποψιάζονται και προσπαθούν να μας εξοντώσουν διότι είμαστε…και από την άλλη είμαστε τόσο σπουδαίοι, ώστε όταν εμείς κάναμε αυτό οι άλλοι τρώγανε βαλανίδια.
Επομένως σημασία έχει εδώ πέρα ότι η καταφυγή σε μεγάλες ιδέες, η, η καταφυγή σε συνωμοσιολογίες προκειμένου να μη σκεφθούμε εμείς τις αδυναμίες μας, δημιουργεί την ανάγκη τη συνθήκη μιας καταθλίψεως με μέτρο της αναπληρώσεως συνεχούς, μιας αναπληρώσεως συνεχούς η οποία έρχεται κάθε φορά, η αναπλήρωση, με μεγάλες ιδέες, από την άκρη της ιστορίας. Όχι μόνο η μεγάλη ιδέα, 1944 – 1922 που το ξέρουμε πολύ καλά, αλλά είναι ότι μας μιλάει το μεγαλειώδες, το τεράστιο παραμύθι εις βάρος του καθημερινού. Όλο το πρόβλημα μας είναι ότι έχουμε εγκαταλείψει την καθημερινότητα, και τρέχουμε για τελικές λύσεις των πάντων.
Αυτό όμως είναι και η ψυχολογία του καταθλιπτικού ανθρώπου, αυτό είναι η κατάθλιψη. Ξέρουμε πολύ καλά ότι στην ανθρώπινη ιστορία μπορεί να έχουμε ψυχολογικά φαινόμενα και σε λαούς.
Επι παραδείγματι οι Γερμανοί επι Χίτλερ είχανε πάθει ένα πατατράκ ψυχολογικό τρομακτικό, το οποίο τους οδήγησε σ αυτήν την φοβερή καταστροφή. Τον Χίτλερ όμως τον ψήφισε το 99%, δεν ήταν ότι μόνος του έκανε ότι έκανε. Άρα κατάφερε να συνεπάρει να μαγέψει το φαντασιακό ενός λαού, που προσπαθούσε πάση θυσία να βρει μια λύση για την τρομακτική ήττα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, και την επαναφορά ας πούμε μιας καταστάσεως που δεν θα ήτανε η συνθήκη των Βερσαλλιών.
Εάν λοιπόν στον Ελληνικό καρπαζοεισπρακτορισμό των δύο τελευταίων αιώνων το σκεφτούμε καλλίτερα, βρούμε πιο είναι το μόνιμο πρόβλημα και πια είναι μια βαθιά ανάγκη αποφυγής της πραγματικότητος, και επομένως οιουδήποτε στοιχείου το οποίο μας ζητάει να έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα, είτε είναι λογικό στοιχείο είτε είναι η καθημερινότητα με πολύ ταπεινές απαιτήσεις, και μόνο να σκεφθεί κανείς ότι τον Ιανουάριο βγαίναμε και ξαφνικά μπαίνουμε με 90 δις στο κεφάλι στα καλά καθούμενα απ τη μια μέρα στην άλλη, καταλαβαίνει, τι πρόβλημα φαντασιώσεων μπορεί να υπάρχει προκειμένου να απωθηθεί το πραγματικό. Δεν αναφέρομαι σε ειδικές πολιτικές καταστάσεις αναφέρομαι στην ανάγκη για παραμύθι.
Η ανάγκη για παραμύθι έρχεται από τη στιγμή που δεν τολμάμε να μας σκεφθούμε, να δούμε ποιές είναι οι αδυναμίες μας, γιατί δεν τα βρίσκουμε.
Τι τρομερά προβλήματα είναι αυτά που δεν μπορούμε να τα βρούμε;
Kαι που εδώ τώρα θα δούμε και άλλα προβλήματα που έρχονται. Τώρα έρχεται το προσφυγικό. Προσφυγικό σημαίνει τουλάχιστον 500.000 πρόσφυγες στην Ελλάδα το μήνα.
Χωρίς εθνική πολιτική με ορίζοντα 15ετία δεν γίνεται τίποτα. Επείγει αυτό το πράγμα, πρέπει να δοκιμαστεί αυτή η ιστορία τώρα που τα πράγματα είναι δύσκολα πια. Επομένως όλα αυτά τα οποία συζητούμε οδηγούν σε μία ασφυξία για να αποφευχθεί απλώς η πραγματικότητα, και για να αντικατασταθεί αυτή η πραγματικότης αποκτά ιδεολογικά έτσι συστήματα, όπου οι ιδεολογίες αντικαθιστούν την αντίληψη και την συνείδηση.
Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτό το κρίσιμο στοιχείο το οποίο κορυφώνεται στη σχέση μας με το κράτος, και που βεβαίως το βρίσκουμε πολύ καθαρά σ αυτή την παθολογία που σας περιέγραψα πριν, την πλήρη κυριαρχία του δημοσίου της κυβερνήσεως, αυτό είναι τρομακτική ανωμαλία.
Αυτό το πράγμα επιβάλλει μια διαφορετική πλέον τοποθέτηση, και αυτό είναι το στοιχείο του οποίου ο τελικός παρανομαστής και το τελικό συμπέρασμα είναι, πάση θυσία στη Ευρώπη, για να γυρίσουμε στον τίτλο, μετά από όλη αυτή τη φλυαρία.
Το εμείς και η Ευρώπη, έχει μια σημασία εδώ, ότι αν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε μια σχέση ιδιαίτερη αλλά μέσα στη Ευρώπη, πρέπει να κρατηθεί οπωσδήποτε αυτό, διότι ακριβώς μόνο με αυτό τον τρόπο τα μεγάλα ελλείμματα θα κρατηθούν, και μια δυνατότητα ανακαινίσεως μπορεί να έρθει από τη μειοψηφία αυτού που είπαμε πριν, μια μετάπλαση του κράτους, και ανάληψη πια του κράτους του πραγματικού του ρόλου, να είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής.
Βεβαίως τα συμπαρομαρτούντα είναι πολλά, οι νοοτροπίες πια αλλάζουν, η κουλτούρα μας σε κάποιο βαθμό δεν μπορεί να βοηθήσει. Γιατί ο ανατολίτης δεν μπορεί σ αυτά τα πράγματα;
Γιατί ο ανατολίτης δεν εσωτερικεύει, ο ανατολίτης ανταλλάσσει συναισθήματα δεν έχει εσωτερική ζωή τέτοια, ώστε να μπορεί τον κανόνα να τον κάνει δικό του, και να αφορά τρίτους και αλλωνών.
Αυτή η εσωτερίκευση λοιπόν είναι εκείνη η οποία λείπει ως στοιχείο από την κουλτούρας μας, και αυτό είναι εκείνο το οποίο χρειάζεται για αν πάρει μπροστά κάτι τι, το οποίο ούτε μπορεί να αποκλειστεί, ούτε μπορεί κανείς να πει ότι βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε μια μοιραία και αναπόφευκτη καταστροφή.
Δεν είναι αυτό το σκεπτικό μου, πιστεύω ότι με την κατανόηση των πραγμάτων και με τη παραμονή μας, αλλά και την κατανόηση της παραμονής μας, σε ένα ιστορικό χώρο ο οποίος πέτυχε αυτά τα στοιχεία ακριβώς, κι αυτά του δίνουν τη δύναμή του, μπορούμε όχι μόνο να σταθούμε στα πόδια μας αλλά να ξαναβρούμε τα καλλίτερα κομμάτια του εαυτού μας τα οποία πάνε χαμένα, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι όταν ένας ρωμιός πάει έξω πετάει, γιατί πάει έξω;
Γιατί μπαίνει σε κανόνες τους οποίους εσωτερικεύει και γίνεται μια χαρά πολίτης, επιστήμονας, επαγγελματίας. Τι έχει γίνει αυτό εδώ το οποίο η κουλτούρα του το αποκλείει εκεί, το περιβάλλον του δίνει τη δυνατότητα να εσωτερικεύσει κανόνες, και σύμφωνα με αυτούς να πορευτεί. Εδώ βλέπουμε ότι και μεγάλες προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση παράδειγμα ο Καλλικράτης, ο Καλλικράτης ήτανε μια προσπάθεια να περάσουμε από την παλιά χωρική κοινότητα, σε μία κοινότητα η οποία οδηγεί, σε σχέση με το κράτος. Υπονομεύθηκε, να διαλυθεί όσο τίποτα, η μπορεί και να σχεδιάστηκε στραβά πολλές φορές, γιατί το σκεπτικό μπορεί να μην ήταν απολύτως καθαρό.
Βλέπουμε στο οικογενειακό δίκαιο, τον νόμο του 82 και του Παπανδρέου, ήτανε μεγάλης εμβελείας ανανεωτικής, εκεί τα πράγματα μείνανε μόνο στην ευχαρίστηση της αποποινικοποιήσεως της μοιχείας, από εκεί και πέρα δεν προχώρησε η ιστορία περισσότερο, για να καταλάβουμε. Βλέπουμε λοιπόν ότι πια ο δρόμος ως μία ανάταξη περνάει από τη αντίσταση στο κομματικό κράτος.
Από την αντίσταση σε μια απόλυτη σύγχυση κυβερνήσεως και δημοσίου, και επομένως μέσα από αυτή τη σύγχυση κυβερνήσεως και δημοσίου χάνεται η διάσταση του χώρου, η οποία μπορεί να μας φέρει σε επαφή με τη ιστορική πραγματικότητα.
Υπ αυτή την έννοια και υπ αυτό το πρίσμα λοιπόν λέω κι εγώ ότι στο, Εμείς και η Ευρώπη, πρέπει ακριβώς να απαντήσουμε πάση θυσία, Ευρώπη, αλλά για αυτούς ακριβώς τους λόγους που προσπάθησα να σας αναπτύξω. Ευχαριστώ πολύ.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Η αισιόδοξη άποψη

Ημερομηνία δημοσίευσης: 10 Αυγούστου 2015

Η ​αισιόδοξη άποψη λέει: Για να ανακάμψει μια κοινωνία από βαθιά παρακμή, θα περάσει ωδίνες τοκετού, ανυπόφορες για μακρό διάστημα. Προϋποθέτει η ανάκαμψη από βαθιά παρακμή ό,τι περίπου και η γέννα – είναι ίδιας ποιότητας γεγονός. Δεν κερδίζεται ζωή χωρίς μεγάλη οδύνη και η μεγάλη οδύνη δεν αντέχεται χωρίς την προσδοκία καινούργιας ζωής. Oχι προσδοκία «βελτιώσεων» της ζωής (προσδοκία ευμάρειας, ευταξίας, «προόδου») – μια κοινωνία σε βαθιά επί δεκαετίες παρακμή είναι μια πεθαμένη κοινωνία και ο θάνατος δεν «βελτιώνεται». Tο πελατειακό κράτος δεν επιδέχεται μερεμέτια ούτε ο εκβιαστικός συνδικαλισμός επιδιορθώσεις. Ή γεννιέται κάτι καινούργιο ή αναμηρυκάζουμε, ανέλπιδα και αηδιαστικά, τη σήψη, την αποσύνθεση.
Aλλά χρειάζεται χρόνος. Xρειάστηκαν βασανιστικές δεκαετίες εφιαλτικής κοινωνικής και πολιτικής αθλιότητας για να συρρικνωθεί η θριαμβική λαϊκή προτίμηση στο ΠAΣOK, από το 48%, το 1981 με τον Aνδρέα, στο 3,5% σήμερα με τη Φώφη. Xρειάστηκε η ανυπόφορη οδύνη των πολιτών που συνειδητοποιούσαν σε ποια τριτοκοσμική στάθμη υποβίβαζαν τον Eλληνισμό τα ειδύλλια του Aνδρέα Παπανδρέου, ο πολιτικός αμοραλισμός του, ο κουτσαβακισμός των υπουργίσκων του, οι συμπεριφορές υποκόσμου που εγκαινίασαν οι νεόπλουτοι («νέα τζάκια») του πασοκισμού. Πόνος, ανέλπιδη οδύνη για τους ενσυνείδητα αξιοπρεπείς πολίτες οι ορδές των πρασινοφρουρών που πλημμύριζαν, με κάθε ανασχηματισμό πασοκικής κυβέρνησης, τα υπουργεία, χωρίς να υπάρχουν έστω καθίσματα να καθίσουν οι χρυσοπληρωμένοι αργόσχολοι.
Aπροσμέτρητη οδύνη, χωρίς καν προσδοκία τοκετού, καινούργιας ζωής. Yπήρξε μια ελάχιστη ανάσα με την πρώτη τετραετία Σημίτη, χάρη σε μια χούφτα σοβαρών και ικανών ανθρώπων που τον πλαισίωναν. Για να βυθιστεί αμέσως μετά η χώρα στον εκπεσμό και στην ντροπή της δεύτερης τετραετίας, όπου το «αμιγές ΠAΣOK» της ρεμούλας, της διαπλοκής και του αδίστακτου αμοραλισμού συντόνιζε το οργιώδες γλεντοκόπι από τα υπόγεια του Mεγάρου Mαξίμου.
Eλεγαν από τότε κάποιοι συνετοί ότι για να γεννηθεί ρεαλιστική ελπίδα ανάκαμψης, έπρεπε το «κακό», η ξεφτίλα της πασοκικής βουλιμικής υστερίας, να «βρει πάτο», να μην έχει άλλα περιθώρια αποπάτωσης. Kαι πραγματικά, στο πολιτικό πρωταρχικά πεδίο, ο εκπασοκισμός των «αντιπάλων» του ΠAΣOK θα μείνει στην Iστορία σαν κορυφαίο, εκπληκτικό παράδειγμα «ρινοκερισμού» (για να θυμηθούμε το θεατρικό αριστούργημα του Iονέσκο): Oι «αντίπαλοι» θαμπωμένοι από τις εκλογικές επιτυχίες του «πάτου», μέθυσαν με τον ίλιγγο της αχαλίνωτης πτώσης στο κενό της βυθομέτρησής του.
Δεν υπήρξε κοινωνικό κακούργημα του ΠAΣOK στο οποίο να αντιδράσει η N.Δ. ούτε, βέβαια, η ιδεολογικά πρωτοπόρος στον μηδενιστικό αμοραλισμό τάχα και Aριστερά: Aπό την επίσημη κατάλυση της ιστορικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας (με την επιβολή της μονοτονικής γραφής), την απάλειψη των Aρχαίων Eλληνικών από τα σχολειά, την κατάργηση της αξιολόγησης και τον διωγμό της αριστείας ώς την αδιάντροπη καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος (την «αγορά του αιώνα» και μύρια ανάλογα), την παραίτηση στο Nταβός από την ελληνικότητα του Aιγαίου, την οικοδόμηση ολοκληρωτικού πελατειακού κράτους και τη θεσμοποίηση της διαφθοράς, παντού, σε κάθε έγκλημα του ΠAΣOK, η N.Δ. συναινούσε σιωπηρά και καρπωνόταν αδίστακτα τους καρπούς της ατιμίας μόλις γινόταν η ίδια κυβέρνηση.
Για να αρχίσει να αντιλαμβάνεται η ελλαδική κοινωνία την απόλυτη εξομοίωση ΠAΣOK, N.Δ. και «προοδευτικής» Aριστεράς (τον πασοκικό αμοραλισμό ως πολιτικό μονόδρομο) χρειάστηκαν οι οδύνες μακάβριας καταστροφής: Nα κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, να πάρουν την εξουσία οι δανειστές της, να εγκαταστήσουν ελεγκτές για την άμεση επιτρόπευση των ανίκανων και διεφθαρμένων πολιτικών. Kούρεψαν μισθούς, συντάξεις, απολαβές, σε επίπεδα εξευτελισμού των τίμιων πολιτών ή και λιμοκτονίας, βύθισαν την κοινωνία σε εφιάλτη ανεργίας φρικώδη. Eζησε η Eλλάδα (και ζει) εικόνες που παραπέμπουν στον ζόφο της ναζιστικής κατοχής – μόνο τότε κάποιοι δρόμοι της Aθήνας (όπως η Σταδίου) βρέθηκαν με οχτώ στα δέκα μαγαζιά να έχουν πτωχεύσει και κλείσει.
Aλλά και αυτή την αισθητή επαφή με τη νέκρωση της ζωής οι Eλλαδίτες τη ζήσαμε σαν αφορμή οργής, όχι ακόμα σαν ωδίνη γέννας. Kατίσχυσε η ψήφος της διαμαρτυρίας, η ανάγκη για «ένα χαστούκι στην πολιτική αθλιότητα», χαστούκι στα τυφλά. Mια κοινωνία ψηφίζει με τυφλή οργή, όταν την πολιτική αθλιότητα τη μετράει μόνο με τις οικονομικές συνέπειές της στον ατομικό (και ατομοκεντρικό) του καθενός βίο. Δεν υποψιάζεται ανάγκες ποιότητας της ζωής: κοινωνικής λειτουργικότητας του κράτους, αξιοκρατίας, παιδευτικής καλλιέργειας, ευκαιριών προσωπικής δημιουργίας.
Δεν έχουμε ακόμα πιάσει πάτο. Oι οδύνες μας είναι ακόμα οργή για τη μείωση της καταναλωτικής ευχέρειας, όχι πόνος για την υποβάθμιση της ζωής μας. Oμως οι αργόσυρτες διεργασίες κυοφορίας ζωτικών αναγκών συνεχίζονται. H ρήξη του Tσίπρα με τους ιδεολογικούς Σαβοναρόλες του κόμματός του δεν θα μπορούσε να συμβεί σε κανένα άλλο κόμμα. Διότι δεν υπάρχει άλλο κόμμα που να έχει ιδεολογία – ακόμα και στον ΣYPIZA είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κοινωνικούς στόχους μέσα στο κομφούζιο από νευρωτικές ιδεοληψίες, εγωκεντρικές εμμονές και ψυχοπαθολογικές (κληροδοτήματα του KKE) αγκυλώσεις. Oλα τα άλλα κόμματα (πασοκογενή ή καραμανλογενή), όλα, έχουν μόνο διαχειριστικές συνταγές – και αυτές του ποδαριού, ρετσέτες που τις φαμπρικάρει η καφρίλα των καναλιών.
Στον Tσίπρα τέθηκε το δίλημμα: Eίναι η πιστότητα στην ιδεολογική συνέπεια που θα υπηρετήσει το συμφέρον της φτωχολογιάς και των ανέργων ή οι χατζιαβατικές ντρίμπλες στην αρένα με τις ύαινες των «Aγορών»; H απάντηση που απαιτούσαν τα προσκοπάκια του Λαφαζάνη ή η αθεραπεύτως κνίτισσα Kωνσταντοπούλου, ικανοποιούσε την εγωπάθεια και αυταρέσκεια της ιδεοληπτικής μονοκόκαλης «συνέπειας».
O Tσίπρας προτίμησε την οδύνη του ρίσκου, που ενδέχεται, ίσως, να είναι ωδίνη τοκετού.
Nα ξέρουμε όμως: Kαι με την επιλογή του Tσίπρα δεν βγαίνουμε σύντομα στο ξέφωτο. O δρόμος είναι ακόμα πολύς και οι οδύνες επίσης. Aρκεί να είναι ωδίνες τοκετού: Nα συνοδεύουν τη διάλυση της τελειωμένης ιστορικά N.Δ. και των καχεκτικών παραβλαστημάτων της, την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των αυτουργών του υπερδανεισμού και άλλα ανάλογα.
Aυτά λέει η αισιόδοξη άποψη.

Αυτό που βλέπουμε μήπως είναι τελικά αυτό που σκεπτόμαστε;


Αυτό που βλέπουμε μήπως είναι τελικά αυτό που σκεπτόμαστε - αντίληψη, εγκέφαλος, κοινωνία, νευροεπιστήμη
Κοιτάζοντας γύρω μας, έχουμε πάντα τη βεβαιότητα ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια πιστή αποτύπωση του πραγματικού κόσμου που μας περιβάλλει. Ο γνωστός νευροφυσιολόγος Vernon Mountcastle λέγει ότι «στην πραγματικότητα είμαστε φυλακισμένοι μέσα σε έναν εγκέφαλο και η μόνη μας επικοινωνία με τον έξω κόσμο γίνεται με διαύλους επικοινωνίας, τις αισθήσεις, που μεταφέρουν ένα πολύ μικρό κομμάτι πληροφοριών για το τι συμβαίνει εκεί έξω». Σ’ αυτή τη φιλτραρισμένη αναπαράσταση του κόσμου θα πρέπει να προσθέσουμε και τη διαστρέβλωση, μεγέθυνση ή σμίκρυνση του ποσού πληροφοριών που γίνεται σε όλα τα επίπεδα επεξεργασίας καθώς οι πληροφορίες αυτές οδεύουν μέσα στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που βλέπουμε δεν είναι τελικά παρά το αποτέλεσμα πολλαπλής σύνθετης και επιλεκτικής επεξεργασίας του σήματος που διεγείρει την όραση, δηλαδή της φωτεινής ακτινοβολίας που έρχεται από τον κόσμο που βρίσκεται έξω από εμάς.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να παρακολουθήσουμε τα βήματα αυτής της επεξεργασίας καθώς η φωτεινή ακτινοβολία από το περιβάλλον διεγείρει το όργανο της όρασης, δηλαδή τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού. Τα κύτταρα του χιτώνα αυτού είναι ευαίσθητα στην ένταση της ακτινοβολίας και στο μήκος κύματος της ακτινοβολίας που είναι και τα χαρακτηριστικά που την καθορίζουν. Από το σημείο αυτό και πέρα, το σύστημα αρχίζει να γίνεται επιλεκτικό. Ενώ το μήκος κύματος της φωτεινής ακτινοβολίας είναι συνεχές στο ορατό φάσμα, οι φωτοϋποδοχείς, τα φωτοευαίσθητα δηλαδή κύτταρα του ματιού μας, απαντούν επιλεκτικά σε τρεις ζώνες μήκους κύματος που αντιστοιχούν στο μπλε, πράσινο και κίτρινο κόκκινο χρώματα. Έτσι το συνεχές φάσμα μετατρέπεται σε έναν συνδυασμό τριών βασικών στοιχείων και με το συνδυασμό αυτό αντιλαμβανόμαστε το μήκος κύματος της φωτεινής ακτινοβολίας και το κωδικοποιούμε σε κατηγορίες, τα χρώματα. Ήδη λοιπόν από τον αμφιβληστροειδή ξεκινά μια διαδικασία μετατροπής της πληροφορίας, για το μήκος κύματος του φυσικού ερεθίσματος, σε περιορισμένο αριθμό κατηγοριών που είναι ουσιαστικά μια μείωση της πληροφορίας. Τα φωτοευαίσθητα κύτταρα μεταφέρουν την πληροφορία για την ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας στα γαγγλιακά κύτταρα που είναι ο πρώτος νευρικός σταθμός επεξεργασίας των οπτικών ερεθισμάτων. Τα γαγγλιακά κύτταρα κωδικοποιούν την πληροφορία για την ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας σε κάθε σημείο όχι κατά απόλυτη τιμή αλλά σαν διαφορά έντασης. Έτσι, κάθε γαγγλιακό κύτταρο απαντά όχι στο επίπεδο φωτεινότητας που έρχεται από ένα σημείο του εξωτερικού χώρου, αλλά στην αλλαγή του επιπέδου φωτεινότητας ανάμεσα σε γειτονικά σημεία. Για να κάνει αυτή την επεξεργασία το κάθε γαγγλιακό κύτταρο συλλέγει την πληροφορία έντασης φωτεινής ακτινοβολίας από ένα σύνολο γειτονικών φωτοϋποδοχέων του αμφιβληστροειδούς. Το σύνολο αυτό είναι μεγάλο για την περιφέρεια του αμφιβληστροειδούς και πολύ μικρότερο για την κεντρική περιοχή της ωχράς κηλίδος.

Τα γαγγλιακά κύτταρα λοιπόν κωδικοποιούν διαφορές φωτεινότητας σε έναν χάρτη που αντιστοιχεί στον αμφιβληστροειδή. Η σάρωση στο χάρτη αυτόν είναι πολύ λεπτομερής για το κέντρο και αδρή για την περιφέρεια. Η διαφοροποίηση αυτή διατηρείται σε όλη την πορεία της αισθητικής οδού μέχρι και τον φλοιό του εγκεφάλου. Το αδρό σύστημα, ή «μακροκυτταρικό», συλλέγει πληροφορία αλλαγής φωτεινότητας, από μεγάλες περιοχές του χώρου και είναι ευαίσθητο σε ταχείες αλλαγές φωτεινότητας όπως για παράδειγμα κατά την κίνηση αντικειμένων στο χώρο. Το λεπτομερές σύστημα, ή «μικροκυτταρικό», συλλέγει πληροφορία από μικρές περιοχές του χώρου και είναι ευαίσθητο σε λεπτομέρειες και στο μήκος κύματος που θα μεταφραστεί στο χρώμα. Η δομή αυτού του χάρτη που είναι ουσιαστικά μια διαστρεβλωμένη στο χώρο οπτική αναπαράσταση μεταβολών φωτεινότητας θα διατηρηθεί και στον πρώτο σταθμό επεξεργασίας της οπτικής οδού δηλαδή τον έξω γονατώδη πυρήνα του θαλάμου. Από εκεί ο επόμενος σταθμός θα είναι ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός στον ινιακό φλοιό (περιοχή V1 κατά Broadman). Στην περιοχή αυτή θα διατηρηθεί η διάκριση μακροκυτταρικού και μικροκυτταρικού συστήματος που θα οδεύσουν σε διαφορετικές περιοχές (στοιβάδες) του φλοιού. Παράλληλα, τα κύτταρα του οπτικού φλοιού είναι πλέον ευαίσθητα σε μεταβολές φωτεινότητας κατά μήκος ενός άξονα και όχι ανάμεσα σε δυο σημεία. Τα «απλά» λεγόμενα κύτταρα του φλοιού κωδικοποιούν έτσι μεταβολές φωτεινότητας σε συγκεκριμένη περιοχή του χώρου κατά μήκος συγκεκριμένου άξονα, ενώ τα «σύνθετα» λεγόμενα κύτταρα κωδικοποιούν μεταβολές φωτεινότητας κατά μήκος ενός συγκεκριμένου κάθε φορά άξονα, ανεξαρτήτως της θέσης του στο χώρο. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός αρχίζει να αναγνωρίζει περιγράμματα από τις αλλαγές φωτεινότητας. Τα περιγράμματα αυτά θα αποτελέσουν το υλικό για την αναγνώριση σχημάτων. Τα απλά και σύνθετα κύτταρα κατανέμονται σε κολόνες στον πρωτοταγή οπτικό φλοιό και γειτονικές κολόνες έχουν παρόμοια προτίμηση στη διεύθυνση του άξονα που αναγνωρίζουν. Ανάμεσα στις κολόνες υπάρχουν «κηλίδες» με κύτταρα που μεταφέρουν την πληροφορία του χρώματος. Αυτή η πολύπλοκη δομή χάρτη στον πρωτοταγή οπτικό φλοιό, επαναλαμβάνεται και στον δευτεροταγή οπτικό φλοιό (περιοχές V2,V3 κατά Broadman) όπου πλέον τα κύτταρα είναι ευαίσθητα σε πιο σύνθετα περιγράμματα. Από εκεί και πέρα υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός της οδού σε ένα ραχιαίο τμήμα που καταλήγει στην περιοχή V5 κατά Broadman και από εκεί στον οπίσθιο βρεγματικό φλοιό και ένα κοιλιακό τμήμα που οδεύει στον κροταφικό φλοιό.

Η ραχιαία οδός δέχεται πληροφορίες κυρίως από το μακροκυτταρικό σύστημα και τα κύτταρα στις περιοχές αυτές κωδικοποιούν κίνηση αντικειμένων στο χώρο, καθώς και τη σχετική κίνηση του ίδιου του ατόμου (ή μελών του σώματός του) σε σχέση με σταθερά αντικείμενα στο χώρο. Το σύστημα αυτό δηλαδή επεξεργάζεται το κομμάτι αυτό των πληροφοριών της οπτικής εικόνας που είναι απαραίτητο για να μπορούμε να κινούμαστε στο χώρο, να αποφεύγουμε αντικείμενα και να πιάνουμε αντικείμενα. 

Η κοιλιακή οδός θα καταληξει στον κάτω κροταφικό φλοιό. Εδώ υπάρχουν κύτταρα που είναι ευαίσθητα σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Μάλιστα η διάκριση μπορεί να είναι τόσο εντυπωσιακή, ώστε κάποια κύτταρα να «αναγνωρίζουν» μόνο αντικείμενα που χρησιμοποιούμε ως εργαλεία, ενώ άλλα κύτταρα να «αναγνωρίζουν» μόνο έμψυχα όντα όπως τα ζώα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα με ποιους πολύπλοκους κανόνες λειτουργούν τα κύτταρα αυτης της περιοχής διαμορφώνοντας αυτές τις καταπληκτικές ειδικότητες στην αναγνώριση συγκεκριμένων μορφών. Στην περιοχή αυτη βρίσκονται και τα περίφημα κύτταρα που απαντούν με ενεργοποίηση στην εμφάνιση στην οπτικη εικόνα ανθρώπινων προσώπων (Gross & Sergent. Υπάρχει δε μια συγκεκριμένη βλάβη στον αριστερό κάτω κροταφικό φλοιό που οδηγεί στο σύνδρομο της προσωποαγνωσίας. Στη διαταραχη αυτη το άτομο βλέπει κανονικά αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει πρόσωπα. Μία άλλη περιοχη όπου καταληγει η κοιλιακη οδός είναι στον ινιακό φλοιό, η περιοχη V4 κατά Broadman, η οποία κάνει την τελικη επεξεργασία του χρώματος. Σε βλάβη της περιοχης αυτης, το άτομο πάσχει από αχρωματοψία, δηλαδή βλέπει τον κόσμο μαυρόασπρο.

Είναι λοιπόν φανερό από τα παραπάνω ότι με όσα μπορούμε να γνωρίζουμε ώς σημερα η οπτικη εικόνα του κόσμου που μας περιβάλλει μέσα στον εγκέφαλο αποτελείται από κομμάτια πληροφορίας που αφορούν προϊόντα επεξεργασίας πολύ συγκεκριμένου τμήματος της φωτεινής ακτινοβολίας και οδηγεί στη σύνθετη πληροφορία για συγκεκριμένα αντικείμενα, χρώμα η κίνηση αντικείμενων.

Ένα εμφανές πρόβλημα που προκύπτει από όλη αυτη τη διαδικασία είναι πως συντίθενται αυτά τα διασπασμένα και διασκορπισμένα στο φλοιό τμηματα που επεξεργάζονται διαφορετικές πληροφορίες στο ένα, ενιαίο, σύνολο που αντιλαμβανόμαστε σαν οπτικη εικόνα. Μια απάντηση στο ερώτημα αυτό της σύζευξης έχει προταθεί ότι είναι η σύξευξη στο χρόνο της ενεργοποίησης των περιοχών αυτών. Είναι σαν μια ορχηστρα όπου το κάθε όργανο παίζει το δικό του κομμάτι και το σύνολο των οργάνων που παίζουν ταυτόχρονα προκαλεί την μουσικη όπως την ακούμε.

Μια άλλη ερώτηση είναι αν αυτά που επιλέγουμε να δούμε τα επιλέγουμε τυχαία η υπάρχει επιλογη από πριν. Η απάντηση είναι ότι υπάρχουν και οι δυο διαδικασίες. Η διαδικασία από κάτω προς τα επάνω επιλέγει τυχαία περιοχές του χώρου όπου κοιτάμε. Η διαδικασία από πάνω προς τα κάτω κατευθύνει την προσοχη μας και αντίστοιχα και την όραση μας σε συγκεκριμένες περιοχές του χώρου που θεωρούμε από πριν ότι μπορεί να έχουν σημασία. Η διαδικασία αυτη επιλογής εφορεύεται από περιοχές του φλοιού όπως ο μετωπιαίος και ο βρεγματικός φλοιός. Στο σύνδρομο αμέλειας χώρου που εμφανίζεται έπειτα από βλάβες του βρεγματικού φλοιού, τα άτομα δεν κοιτούν μια συγκεκριμένη περιοχή του χώρου γιατί η προσοχή τους δεν στρέφεται στην περιοχή αυτη.

Μια τελευταία ερώτηση που σημερα έχει αρχίσει να διερευνάται αφορά το κατά πόσον το άτομο είναι ενημερο για όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την οπτικη εικόνα. Σε πειράματα με διχοτομημένη όραση όπου κάθε μάτι βλέπει μια διαφορετικη εικόνα έχει φανεί ότι τα άτομα είναι ενημερα για μια από τις δυο εικόνες και μετά λίγα δευτερόλεπτα είναι ενημερα για την άλλη. Η εναλλαγη ενημερότητας συμβαίνει με έναν στοχαστικό τρόπο στο χρόνο. Ο Νικόλαος Λογοθέτης έδειξε το 1989 (Logothetis & Schall, 1989) ότι, όταν ο πίθηκος βλέπει μια εικόνα με διχοτομημένη όραση, αναφέρει συνειδητή ενημερότητα με το ίδιο στοχαστικό πρότυπο στο χρόνο όπως και ο άνθρωπος, πράγμα που σημαίνει ότι και στον πίθηκο υπάρχει αυτη η μορφη συνειδητης ενημερότητας για την οπτικη εικόνα. Προχωρώντας σε νευρωνικές καταγραφές, ο Λογοθέτης έδειξε ότι ορισμένοι νευρώνες στον κάτω κροταφικό φλοιό απαντούσαν περισσότερο όταν το αντικείμενο προτίμησης τους ηταν στη συνειδητη ενημερότητα του ζώου από την περίπτωση που το ίδιο αντικείμενο έφευγε από την ενημερότητα. Οι νευρώνες αυτοί, λοιπόν, έδιναν και το στίγμα της συνειδητης ενημερότητας που αφορούσε την οπτικη εικόνα.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που περιγράφουμε σαν «οπτικη αναγνώριση» είναι ένα σύνολο διεργασιών επεξεργασίας πληροφορίας σε πολλαπλές περιοχές του Νευρικού Συστήματος. Οι διεργασίες αυτές, που ακόμα δεν έχουν κατανοηθεί πληρως, οδηγούν σε μια επιλεκτική αναγνώριση συγκεκριμένων δομών στην οπτικη εικόνα, ενώ η επιλογη του τι θα δούμε και πότε γίνεται πάλι με τη συμμετοχη πολλών περιοχών του φλοιού. Τέλος, το τι βλέπουμε συνειδητά και τι ασυνείδητα στην οπτικη εικόνα φαίνεται να αποτυπώνεται επίσης στα χαρακτηριστικά λειτουργίας του πολύπλοκου αυτού συστήματος.

Είναι λοιπόν η οπτικη αναγνώριση μια διαδικασία αποτύπωσης του οπτικού ερεθίσματος που έρχεται από τον κόσμο που μας περιβάλλει η είναι μια πολύπλοκη νοητικη επεξεργασία συγκεκριμένων και πολύ περιορισμένων πληροφοριών του οπτικού κόσμου που γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μας επιτρέπει να ερμηνεύουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και όχι απλά να τον βλέπουμε. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που βλέπουμε μήπως είναι τελικά αυτό που σκεπτόμαστε; 

Συγγραφέας: Νικόλαος Σμύρνης
Βιβλιογραφικές αναφορές
Gross, C. G. & Sergent, J. (1992). Face recognition. Current Opinion in Neurobiology, 2,156-161.
Logothetis, N. K. & Schall, J. D. (1989). Neuronal correlates of subjective visual perception. Science, 245,761-763.
Farah, M. J. (2000). The cognitive neuroscience of vision. Oxford UK: Blackwell Publishers.