Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Οι δολοφόνοι των φοιτητών στη Λάρισα έχουν ονοματεπώνυμο

Διαβάστε το συγκλονιστικό γράμμα ενός πατέρα για την τραγωδία με τους νεκρούς φοιτητές στη Λάρισα, οι οποίοι πέθαναν αφού άναψαν μαγκάλι για να ζεσταθούν:

 Θλίβομαι και θυμώνω! Εξοργίζομαι.
Ξέρω πως ο θυμός δεν είναι καλός σύμβουλος.... Πρέπει να αφήνεις την οργή να κατακαθίσει και μετά να γράφεις. Έτσι λένε οι κανόνες...
Όμως αν είσαι οποιοσδήποτε άνθρωπος με στοιχειώδη ευαισθησία, αν είσαι γονιός που προσπαθεί να μεγαλώσει τα παιδιά του σε αυτή την άθλια χώρα (όπως την κατάντησαν), αν κάθε μέρα με αγωνία αναλογίζεσαι τι τα περιμένει στο μέλλον, τότε πως μπορείς να μένεις ψύχραιμος;
Δυο παιδιά από τα Χανιά και την Χαλκίδα (21 και 22 ετών) έχασαν τη ζωή τους. Άλλα τρία χαροπαλεύουν. Ακόμη κι αν σωθούν είναι άγνωστο ποιές θα είναι οι εγκεφαλικές βλάβες που θα κουβαλάνε μια ζωή. Κι όλα αυτά για να ζεσταθούν. Με ένα κομμένο θερμοσίφωνο. Ένα αυτοσχέδιο μαγκάλι. Στην Ελλάδα του 2013.
Θύματα μιας ανάλγητης και αποτυχημένης πολιτικής, που πέτυχε:.
-Να υπερδιπλασιασθεί η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης (Το 2010 πληρώναμε 0,578 ευρώ το λίτρο Το 2013 η τιμή του σχεδόν τριπλασιάστηκε
-1,3 ευρώ και ..συνεχίζει) -Να μειωθεί η κατανάλωσή του 70% -Να περιοριστούν δραματικά τα δημόσια έσοδα. -Να παγώνουν όλοι στα σπίτια τους -Να αδυνατούν όλο και πιο πολλοί να πληρώσουν τα κοινόχρηστα
-Να έχουν αυξηθεί κάθε είδους ιώσεις
-Να ανθεί το λαθρεμπόριο στα καύσιμα.
-Να γεμίσει η ατμόσφαιρα επικίνδυνα σωματίδια
-Να αποψιλώνονται τα δάση ...και τέλος να χάνονται ανθρώπινες ζωές.
Όπως αυτές των νέων φοιτητών στη Λάρισα. Αυτών που ετοιμαζόταν να ...εξορίσει ο υπουργός Παιδείας (;) στη Λαμία. Αυτών που δυσκολεύονται να σπουδάσουν. Που οι οικογένειές τους με θυσίες καταφέρνουν να τους στείλουν λίγα χρήματα. Έτσι φτάσαμε στο μαγκάλι... Οι δολοφόνοι των παιδιών έχουν ονοματεπώνυμο:
- Γιάννης Στουρνάρας
-Αντώνης Σαμαράς
-Ευάγγελος Βενιζέλος
-Φώτης Κουβέλης
Και όσοι στηρίζουν την πολιτική τους είναι συνένοχοι.
Πόσο καιρό θα συνεχίσουμε να τους ανεχόμαστε;
Το είδαμε ΕΔΩ

ΤΕΡΜΑ ΟΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ, ΖΗΤΩ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

ΤΕΡΜΑ ΟΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ, ΖΗΤΩ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Του
Λευτέρη Κουσούλη
(Πολιτικός Επιστήμων)


Πόσο μας αρέσουν οι βεβαιότητες! Η αλήθεια είναι ότι οι αυτονόητες και αυθόρμητες απαντήσεις, ασκούσαν πάντα μια γοητεία. Έδιναν μια ασφάλεια. Διαμόρφωναν μια συνθήκη ηρεμίας. Η αμφιβολία κουράζει. Η δοκιμασία της αναζήτησης μας ταλαιπωρεί. Και τα δύσβατα μονοπάτια της γνώσης μας προκαλούν ανασφάλεια και άγχος.
Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε στην Ελλάδα, την εποχή των βεβαιοτήτων. Των εύκολων λύσεων και των δεδομένων απαντήσεων.

Κάποιοι είχαν τις λύσεις για όλα. Ο κόσμος, χωρισμένος στα δύο, εξασφάλιζε μια απλή ερμηνεία στα βασανιστικά ερωτήματα των ημερών και της ύπαρξης. Το καλό και το κακό, ήταν ένας εύκολος οδηγός για όλους. Ένα ερμηνευτικό πλαίσιο τακτοποίησης των πραγμάτων για κάθε σκέψη που τρομάζει, μπροστά στην αλλαγή και στο άγνωστο.

Και ξαφνικά, έρχεται η καταιγίδα της κρίσης. Και οι βεβαιότητες καταρρέουν. Θρύψαλα που τα παίρνει ο ισχυρός άνεμος του χρόνου και της ιστορίας. Άφωνοι μπροστά στις νεκρές βεβαιότητες, χωρίς απλουστευτικούς οδηγούς και παγωμένες πυξίδες, καλούμαστε να ανακαλύψουμε νέους δρόμους. Νέους προσανατολισμούς και νέους τόπους αναφοράς.


Η κρίση μας διαπαιδαγωγεί και μας διδάσκει. Τίποτα δεν είναι σταθερό. Ούτε γραμμική εξέλιξη υπάρχει. Ούτε υπόσχεση που μπορεί να αναμετρηθεί πραγματικά με το χρόνο.

Και να λοιπόν, που θα ανακαλύψουμε την αξία της αναζήτησης. Και πρώτα από όλα της αυτοαναζήτησης και της αυτογνωσίας. Καθώς η ανάγκη κινεί την ιστορία, σήμερα η ανάγκη μας υποχρεώνει να δούμε τα πράγματα από την αρχή. Νέα πολιτική λειτουργία, νέες συνθήκες συνύπαρξης. Τα βιώματα και η εμπειρία της κρίσης, ρίχνουν το δικό τους φως και διαλύουν τις σκιές του παρελθόντος. Η συνειδητοποίηση θα ανοίξει το δρόμο. Ο αυτοπροσδιορισμός φέρνει μαζί του και νέο περιεχόμενο. Η πορεία στην έρημο, είναι δύσκολη. Η δοκιμασία δεδομένη. Και αυτό μας φέρνει πιο κοντά στα μονοπάτια της κατανόησης και στην ψηλάφηση της αλήθειας. Όλα αυτά συμπυκνώνουν τον αγώνα του καθενός μας και τον αγώνα όλων μας. Τον αγώνα και την αγωνία για την ελευθερία.

Σκοτώνουν τα νιάτα, την ελπίδα, τη ζωή!!!

ΠΗΓΗ :ΡΕΣΑΛΤΟ

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ

Μα......... Τόσοοοοοοοοο Μαλ@κες........????????

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ

ΠΕΣΤΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ

... Κείνο που με σώζει, είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη!



Για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση
Γιάννης Ρίτσος                                                                                                   

                                                                                                                                         

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ περήφανη, που μας χωρά όλους. Πατρίδα, που να την αγαπάμε κι όχι να την καπηλευόμαστε, ανεμίζοντας, της λέξης το κουφάρι, αδειανό πουκάμισο, τρύπια σημαία, να την καίνε τα αλητόπαιδα και να την πορνεύουν οι πατριδέμποροι.

Πατρίδα, που δεν θα την βρωμίζουν οι άχρηστοι καπάτσοι υπομείονες (χαφιέδες), πατώντας τους άξιους και άδολους· ούτε, θα την προδίδουν οι μίσθαρνοι αδερφοφάγοι, ντόπιοι εφιάλτες· οι λιποτάκτες της κρίσιμης ώρας. Την πατρίδα που οι πρόγονοι, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, μας την παρέδωσαν «ελευθέραν δι' αρετήν», ελεύθερη απ' όλες τις δουλείες, να την παραδώσουμε και μείς στα παιδιά μας. Κι ας εκβιάζουν τα δολερά, αργυρώνητα παγκοσμιοποιημένα κοράκια.

«Η Ελλάδα με την αρετή κατορθώνει να αντιμάχεται τη φτώχια και την σκλαβιά: Αρετή διαχρεωμένη η Ελλάς την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην», φωνάζει ο Ηρόδοτος μέσα από τους αιώνες. Κι ίδιος συμπληρώνει: «Τους Έλληνες ενωμένους είναι δύσκολο να τους νικήσουν ακόμα κι αν όλοι οι άλλοι μαζευτούν μαζί: Κατά μεν το ισχυρόν Έλληνας ομοφρονέοντας ... χαλεπούς είναι περιγίγνεσθαι και άπασι ανθρώποισι».

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΝΕΟΥΣ ολόφωτους, αλήτες της σκέψης, που ανοίγουν πανιά για το ουράνιο τόξο της ανιδιοτέλειας και της ακριβής Ελευθερίας, εξοργισμένοι με τον πλανήτη των ηλιθίων, που εξαθλιώνει τους στερημένους και αποβλακώνει αυτούς που σκέφτονται με την κοιλία τους.

Νέους, που καίνε την καρδιά τους, όχι την πόλη τους, καύσιμο για το ολόφωτο ταξίδι τους, κι όχι καύσιμο μίσους, για μια κοινωνία που τους ξέχασε. Που τους φέρεται σαν μητριά κακή. Και δικαιολογημένα τη μισούν, με το μίσος της προδομένης αγάπης.

Νέους, με τον ιδρώτα της προσπάθειας στα χείλη και την πρώιμη ρυτίδα της ευθύνης στο μεσόφρυδο. Όχι νεσκαφεδορουφήχτρες, φραπεδόμαγκες, φρεντοφλώρους και τουρμποανόητους, ιντερνετοηλίθιους, αργόσχολους υπαλλήλους της ρουτίνας και του συρμού. Με IQ τηλεθέασης και λόγο νέο-νεάντερταλ, «πολιτισμένου».

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΠΑΙΔΙΟΓΕΡΟΝΤΕΣ, που ώριμοι, γεραροί και όχι γερασμένοι, εξακολουθούν να δικαιώνουν το μέλλον και την πρόοδο, ό,τι είναι αληθινά καινούργιο και να αθωώνουν το παρελθόν, με μεγαλοψυχία. Γιατί γνωρίζουν πως το παρελθόν είναι η μαμή του αύριο. Το παρόν, μια στιγμή μοναχά είναι «κι αν πρόλαβες είδες», κατά πως λέει ο Ελύτης.

Παιδιογέροντες, που ζούνε τη ζωή, για να μην αφήσουν «τίποτα στον θάνατο παρά μόνο τις στάχτες» τους, όπως φωνάζει ο Ζορμπάς ο Έλληνας, του Καζαντζάκη. Παιδιογέροντες, που είναι αιρετικοί, δηλαδή, παραμένουν γνήσιοι και ειλικρινείς και όχι αρτηριοσκληρωμένα ανθρωπάρια στα πρόθυρα εγκεφαλομαλάκυνσης, από την

αδράνεια και τη βαρεμάρα. «Γέρων δε Έλλην ούκ έστιν. Νέοι εστέ τα ψυχάς πάντες», φωνάζει ο Πλάτων.

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Ανθρώπους, που στέκονται, πάντα, γενναίοι και δυνατοί, μονάχοι μέσα στην «απέραντη ερημία του πλήθους», (Μ. Αναγνωστάκης). «Πάντα ύποπτοι για την ομάδα, σαν την αλήθεια» (Άρης Αλεξάνδρου). Ανθρώπους, που σκορπάνε, μεγαλόκαρδα, την καρδιά τους, όχι για να δώσουν ελεημοσύνη ενοχής, αλλά για να πάρουν από το βάρος της δυστυχίας του ανθρώπου.

Ανθρώπους, που βάζουν φωτιά στα ηλίθια αυτονόητα, χωρίς να λογαριάζουν την ποινή του εμπρηστή. Γιατί ο Προμηθέας δεν πέθανε εντός τους. Και κραυγάζει, ο δεσμώτης πυρφόρος, καρφωμένος στον βράχο του Καυκάσου: «Ποιο λίγο κι απ' το τίποτα με μέλει εμένα ο Δίας: Εμοί δ' έλασσον Ζηνός ή μηδέν μέλει.».

Ανθρώπους, που όχι μόνον δεν φθονούν τους βαθύπλουτους, μα τους απεχθάνονται, γιατί ξέρουν πως: «Ουδείς επλούτησε ταχέως δίκαιος ων», (Μένανδρος) και πως: «Ουκ έστι, μη αδικούντα, πλουτείν», (Ιωάννης ο Χρυσοστόμου).

Ανθρώπους που ξέρουν πως «δεν φύτρωσε χειρότερη εφεύρεση στον κόσμο σαν το χρήμα. Αυτό γκρεμίζει πόλεις, ανθρώπους ξεσπιτώνει... μαθαίνει τον άνθρωπο να γίνει κάλπης και να κατέχει μύριες όσες βρομιές: Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίον άργυρος κακόν νόμισμ' έβλαστε. Τούτο και πόλεις πορθεί... πανουργίας δ' έδειξεν ανθρώποις έχειν και παντός έργου δυσέβειαν ειδέναι», όπως διδάσκει ο Σοφοκλής.

Ανθρώπους, που για ανεκτίμητο θησαυρό έχουν τη καθαρή καρδιά τους και τη μεγάλη τους ψυχή. Και πορεύονται αταλάντευτοι τον δρόμο προς την πύλη της δικαιοσύνης. «Εν δικαιοσύνη συλλήβδην πασ' αρετή.». (Θεόγνις).

Ανθρώπους, που κι αν τους στήνουν καρτέρι στον δρόμο οι ύαινες, που κι αν τους επιβουλεύονται τόσοι και τόσοι, αυτοί, όρθιοι με τον Ορθό Λόγο στα χείλη και την φλόγα της αγάπης στην καρδιά, κάνουν τις ύπουλες, σαρκοβόρες ύαινες να λουφάξουν.

Ανθρώπους, που αποκτούν τους φίλους τους όχι ευεργετούμενοι από αυτούς, αλλά ευεργετώντας τους. «Κτώμεθα γαρ τους φίλους ουκ ευ πάσχοτες αλλά δρώντες», λέει ο Περικλής στον επιτάφιο λόγο του.

Ανθρώπους, που ξέρουν, πως αυτός ο κόσμος, «ο μικρός ο μέγας, του Ελύτη, είναι μοναδικός και ο μοναδικός μας κόσμος, τον οποίον, η σκέψη μας, που τον περιέχει, τον ξανοίγει στο άπειρο του ουρανού και του Θεού. Του Θεού, που μας περιέχει και τον περιέχουμε, Θεοδόχοι, εμείς, του εντός μας Θεού, ως Λόγου. «Και Θεός ην ο Λόγος» (Ιωάννης ο Ευαγγελιστής).

Ανθρώπους, που δεν είναι λιποτάκτες του πνεύματος και της αληθινής ζωής, για να επαιτούν μιαν άλλη ζωή, κάπου αλλού, στο αόρατο μέλλον. Που «μισούν όχι αυτούς που τους πήραν τον ουρανό, αλλά αυτούς που τους στέρησαν τη γη». Που ξέρουν πως: «Θεοί κι οξαποδώ, κει δεν είναι, παρά δω». Πως: «Αλλιώς δεν είν' ο αληθινός κι αλλιώς ο ψεύτικος ντουνιάς», κατά πως λέει ο Βάρναλης.

Ανθρώπους, που θαρραλέα και τίμια λένε: δεν σε ξέρω, μπορεί να είμαστε συνταξιδιώτες, μα αυτό δεν μας κάνει ίδιους. Ποτέ δε σε είδα στη γειτονιά των ονείρων μου και απ' την οδό των πόθων μου δεν πέρασες ποτέ. «Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου», φωνάζουν μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Ανθρώπους, που ξέρουν πως ποτάμι είναι ο άνθρωπος και τρέχει πάντα προς τη μεγάλη θάλασσα, τη στοργική του μάνα, που θα τον αγκαλιάσει ξεπλένοντας τους ρύπους της ζωής. «Πλυνέουσα τα ρερυπωμένα» (Οδύσσεια). Και με το σύννεφο της βροχής, ξανανιωμένους, θα τους βρέξει μες την καινούργια τους πηγή. «Μάνα μου όλα τελειώνουν κι όλα γίνονται ξανά, όμως τούτη η θητεία δεν τελειώνει πουθενά», όπως τραγουδάει ο δικός μας Νιόνιος, των εκδρομέων του εξήντα και, τώρα, δρομέων των εξήντα και... .

Ανθρώπους, που δεν θέλουν να χειροκροτούν, ούτε θέλουν να χειροκροτούνται, γιατί σιχάθηκαν και τους παλαμακιστές (αυτοί που χτυπάμε παλαμάκια) και τους παλαμακιζόμενους (αυτοί που τους χτυπάνε παλαμάκια).

Ανθρώπους, που προχώρησαν πολύ μπροστά από τον μέσο όρο και δεν ανήκουν πουθενά, παρά μόνο στον Άνθρωπο και σε ανθρώπους άξιους για το ανθρώπινο όνομα. «Ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά. Δύσκολο πια να χαμηλώσουνε». Να ζήσουνε σκλάβοι της συνήθειας, σε μιαν επίπεδη πεδιάδα. «Οι διαλεχτοί των κριμάτων», του Οδυσσέα Ελύτη.

Ανθρώπους, που σταυρωμένοι «πάνω στον σταυρό της εσταυρωμένης συνείδησης, της οποίας ο σταυρός είναι η αμφιβολία» κατά τον Γιάσπερς, με απελπισία («άπω ελπίδα») του Ελύτη, ελπίζουν. Ανθρώπους ζωντανούς αγκαλιά με το θάνατο, στο περήφανο, αλλόκοτο, ζευγάρι του μυστηρίου της ζωής.

Ανθρώπους, που κρατούν αναμμένη τη δάδα της γνώσης. Που ξέρουν, πως η γνώση είναι μεταδοτική και την μεταδίδουν, για να φωτίζει το μυαλό, χωρίς να καίει την καρδιά και να κάνει στάχτη την ψυχή. «Είθε να γίνεις αυτός που είσαι μαθαίνοντας: Γένοι' οίος εσσί μαθών», τραγουδάει ο Πίνδαρος.

Ανθρώπους, που οδυσσεύουν (οδυσσεύω: περιπλανιέμαι στη θάλασσα σαν τον Οδυσσέα. Δικός μου νεολογισμός.) τις θάλασσες της ζωής, με νήπιους συντρόφους, αντάμα. Δεν ξέρουν αν θα φτάσουν στην Ιθάκη τους. Όμως αυτήν έχουν μοναδικό, ιδανικό σκοπό, γιατί ξέρουν, πως, μόνο κυνηγώντας το ιδανικό, μπορούν να φτάσουν το πραγματικό. Κι' ας τους προδίδουν οι νήπιοι σύντροφοι, οπαδοί του κοπαδιού του μέσου ορού.

Ανθρώπους, που πολεμούν την αυθαιρεσία της εξουσίας και ξέρουν, πάντα αγενείς προς την εξουσία, πως η αυθαιρεσία της εξουσίας υπάρχει, όσο την αποδέχεσαι. Και αποδεχόμενος την νομιμοποιείς.

Ονειρεύομαι ...

«Μετά την επικράτησιν της ... επαναστάσεως στήθηκε ... χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ... Όμως, καθώς τις νύχτες ... ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντικότα ... ο προκαλούμενος θόρυβος ήτανε τόσο .. εκκωφαντικός, που

στεκόταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι ... Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν και, δια καταλλήλων ενεργειών, επέτυχαν την κατεδάφιση του μνημείου...Στρατηγέ Τι ζητούσες στη Λάρισα, Συ, Ένας Υδραίος;» (Νίκος Εγγονόπουλος)

Ονειρεύομαι ...

«Οι καλοί δεν νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί, αλλά γιατί ήταν ανήμποροι.» Μπρεχτ.

«Θαρσείν χρη· αύριον έσσετ' άμεινον.: Θάρρος· το αύριο θα είναι καλύτερο» Θεόκριτος.
ΠΗΓΗ SPIROSPERO